«Συρανό Ντε Μπερζεράκ» (1990): Το έργο «σταθμός» στην καριέρα του Ζεράρ Ντεπαρντιέ!
Έχουμε
χρόνο για εισαγωγή;
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
στο Παρίσι το 1640, και όλοι οι
πολίτες, μικροί και μεγάλοι μιλούν για τον Συρανό του Μπερζεράκ. Ο
λόγος είναι διττός, αφενός για την ιδιότητα του ως δεινός και δεξιοτέχνης
ξιφομάχος, αφετέρου για τη μεγάλη του μύτη! Αν και φαίνεται δυναμικός
στον κοινωνικό του περίγυρο, παρά τη δυσμορφία του, εμπρός στην εξαδέλφη
του Ροξάν, με την οποία είναι κρυφά ερωτευμένος, παρουσιάζεται
μετριοπαθής, σε βαθμό ηττοπάθειας. Μία ημέρα και μετά από μονομαχία του Συρανό με 100 άνδρες, η Ροξάν
ζητάει να τον δει. Προς ανέλπιστη του προσδοκία του εξομολογείται τον
έρωτα της, όμως όχι για τον ίδιο, αλλά για έναν δόκιμο του, τον Κριστιάν. Σε ένα κλίμα
βαθύτατης ερωτικής απογοήτευσης, αλλά και επικείμενου πολέμου με τους Ισπανούς,
ο Συρανό θα βοηθήσει τον Κρίστιαν να επικοινωνήσει με ποιητικό λόγο τον έρωτα
του στην Ροξάν, εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία για να της εξομολογηθεί όλα όσα
αισθάνεται.
«Στην
καρέκλα του σκηνοθέτη»:
Το έργο, πέρα από το γεγονός ότι βασίζεται στο ομώνυμο γαλλικό κείμενο, αποτελεί και ταινία γαλλικής παραγωγής. Διευθυντής του καλλιτεχνικού επιτελείου ορίζεται ο Ζαν Πωλ Ραπενώ, ο οποίος συνυπογράφει και τη μεταφορά του έργου από τη θεατρική του μορφή αρχικά σε σενάριο, δευτερευόντως στην ασημένια οθόνη. Προσεγγίζει τον ήρωα του σε βαθμό ως «υπερήρωα». Ας μη ξεχνάμε, πως βρισκόμαστε χρονολογικά έναν χρόνο μετά από το «Batman» (1989) του Τίμ Μπάρτον, φίλμ που άλλαξε το πλαίσιο της παρουσίασης του εκάστοτε ήρωα. Διατηρεί, εντούτοις όλα εκείνα τα στοιχεία που συντελούν τον πετυχημένο θεατρικό αντίστοιχο. Προσλαμβάνονται περίπου χίλιοι βοηθητικοί ηθοποιοί, οι οποίοι ντύνονται με ρούχα και πανοπλίες της εποχής, ενώ κατασκευάζονται σετ σε γραφικούς δρόμους, απεικονίζοντας οπτικά την περιρρέουσα θεατρική ατμόσφαιρα.
Είθισται ατυχώς οι κινηματογραφικές εκδοχές θεατρικών έργων να αποτυγχάνουν κατά τη μεταφορά τους στη μεγάλη οθόνη. Το φταίξιμο δε βαραίνει μήτε τα κείμενα αυτά καθ’ αυτά, μήτε τους κινηματογραφιστές και τις προθέσεις τους. Ο συνδυασμός όμως αυτών, δίχως πλάνο πυρηνικής ανάγνωσης και σχέδιο κινηματογραφικής μετάβασης, μπορεί να αποβεί καταστροφικός. Αν λάβουμε υπόψη μας δηλαδή τις μεταφορές των έργων του Γουίλιαμ Σαίξπηρ στον κινηματογράφο, δε θα προκαλέσει εντύπωση το γεγονός ότι αρκετές από αυτές αστοχούν. Η περίπτωση που εξετάζεται, όμως δεν μπορεί να χάσει. Ο ρυθμός της είναι καλός, αν και παίρνει τον χρόνο της για να αναπτυχθεί, ενώ οι κομβικές σκηνές του θεατρικού μεταφέρονται με κινηματογραφική επάρκεια και ισορροπία. Ο τόνος παρουσιάζει συνέπεια, σύμφωνα με τις συναισθηματικές προϋπάρχουσες αυξομειώσεις του έργου.
«Στο
σετ του ηθοποιού»:
Πρωταγωνιστής
της ταινίας είναι η ερμηνευτική δύναμη της φύσης που απαντάει στο όνομα Ζεράρ
Ντεπαρντιέ. Αυτή η ταινία
αποτελεί το χρυσό του εισιτήριο για το Χόλυγουντ και μπορούμε δικαιώς να κάνουμε
λόγο για προσωπικό σταθμό στην καριέρα του ηθοποιού. Ο «Συρανό» του
είναι παθιασμένος για έρωτα, ζωή και ξιφομαχία, ένα σπάνιο συνονθύλευμα για
έναν σύγχρονο πρωταγωνιστή. Η ερμηνεία του χαράζει την υποκριτική
γραμμή των συμπρωταγωνιστών του, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται μία τονική
αρμονία. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να εκπέμψει, όπως ο Ντεπαρντιέ, αλλά
όλοι ακολουθούν. Σε αυτό ίσως να οφείλεται ο υπερβάλλων ζήλος του
ηθοποιού για το κείμενο και τον χαρακτήρα του. Το φίλμ κλείνει με τον χαρακτήρα
του, αφήνοντας τον ελεύθερο να απαγγείλει δίχως σεναριακά τεχνάσματα τα
τελευταία του λόγια. Η σεκάνς, αν και ομολογουμένως τραβάει περισσότερο
από αυτό που αναμένεται, έχει επάξια κερδηθεί από τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Μάλιστα
μετά το πέρας των γυρισμάτων, ο ηθοποιός διατήρησε το μακρύ μαλλί και το παχύ
μουστάκι.
Θα αποτελούσε παράλειψη, αν δεν αναφερόμασταν στους συμπρωταγωνιστές του. Η Αν Μπροσέτ στον ρόλο της «Ροξάν» είναι μία ονειρική παρουσία. Η μετρημένη της ερμηνεία υποδεικνύει την καθάρια αγνότητα του χαρακτήρα της, ενώ η τελική της παραδοχή δικαιώνει πλήρως τη θεματική του έργου, και γαληνεύει τη ψυχή του Συρανό. Ο Βίνσεντ Περέζ στον ρόλο του «Κρίστιαν» είναι ικανοποιητικός. Η ιστορία, αλλά και το σενάριο τον χρειάζεται να είναι γοητευτικός και το πετυχαίνει με μικρή προσπάθεια. Τέλος, ο Ζακ Βέμπερ στον ρόλο του «Κόμη Ντε Γκί» είναι η πλέον απόλυτα ασφαλής επιλογή. Είναι ο πιο θεατρικός από όλους, ενώ έχει ερμηνεύσει στο σανίδι και στο σετ σχεδόν όλους του ήρωες της γαλλικής λογοτεχνικής γραμματείας.
Cοupez! C’est fini:
Το έργο αποδεικνύει τη μακρά παράδοση των Γάλλων στον κινηματογράφο. Προτάθηκε για πέντε όσκαρ και ήρθε ευθύς αντιμέτωπο με τον «Άμλετ» (1990) του Φράνκο Τζεφιρέλλι. Ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ διεκδίκησε το χρυσό αγαλματίδιο, όπως και ο Ζοζέ Φερέρ κατά τη δεκαετία του ’50 ερμηνεύοντας τον ίδιο ρόλο. Πρόκειται για κείμενο ευρέως γνωστό, λόγω των μηνυμάτων που φέρει, όπως η αξία του αγνού εσωτερικού κόσμου έναντι της ατασθαλούς εξωτερικής εμφάνισης. Η εν λόγω ταινία ωστόσο παραβλέπεται και ξεχνιέται. Με αυτό το άρθρο ίσως να την θυμηθούμε ή να την γνωρίσουμε εκ νέου.
Θα
έβαζα με θεατρική σπνιθηροβόλο ματιά ένα 7,5/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου
αρέσουν».
Διάρκεια: 2 ώρες και 17
λεπτά
Είδος: Θεατρική εποχής
Σκηνοθεσία: Ζαν Πωλ
Ραπενώ
Πρωταγωνιστές: Ζεράρ
Ντεμπαρνιέ, Αν Μπροσέτ, Ζακ Βέμπερ
#ΓιώργοςΤοκμακίδης
#GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood
#Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο
#JeanPaulRappeneau #CyranoDeBergerac #Theatrical #GerardDepardieu
#AnneBrochet
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς