Lords of the Sound (2024): «Άρχοντες και αρχόμενοι της ενορχηστρωμένης μουσικής»
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Το μουσικό φεστιβάλ της Μονής Λαζαριστών άρχισε για άλλη μία
φορά στην πόλη μας, αλλά εμείς θα
αναφερθούμε σε μία από τις τελευταίες του περσινές συναυλίες. Για πολλοστή
φορά κατάφερε να συγκεντρώσει
καλλιτέχνες από όλη την οικουμένη και να ικανοποιήσει τα μουσικά γούστα
ολοκλήρου του κόσμου της Θεσσαλονίκης. Ήμασταν τότε στην αρχή του
φεστιβάλ, ακούγοντας και απολαμβάνοντας τον ηλεκτρονικό ήχο του Κωνσταντίνου
Βήτα (ο οποίος θα εμφανιστεί και φέτος)
και τους «Nouvelle Vague»,
και βρεθήκαμε και στα τέλη αυτού με την παράσταση της ορχήστρας των «Lord of the Sound». Πάμε να θυμηθούμε με ποιον τρόπο το πολυπληθές
συγκρότημα πέτυχε τη μεταφορά των κινηματογραφικών μελωδιών και συνθέσεων του
Χανς Ζίμερ!
Πριν από τη συναυλία:
Η είδηση της παράστασης των «Lords of the Sound» θορύβησε ευχάριστα την πόλη. Στις αρχές του έτους είχαν βρεθεί και παίξει τις μελωδίες τους στην πρωτεύουσα, Αθήνα. Η συμπρωτεύουσα αφέθηκε να μείνει με το παράπονο, όχι όμως άλλο πια. Στις 22 Σεπτεμβρίου, ημέρα Κυριακή, δε χωρούσαν παράπονα. Στην πραγματικότητα ούτε και ο κόσμος χωρούσε. Είχαν σχηματιστεί μεγάλες σειρές ανθρώπων που είτε ήθελαν να κόψουν ένα εισιτήριο, είτε να προχωρήσουν και να περάσουν στον συναυλιακό χώρο. Το αδιαχώρητο επικρατούσε με τους αρμόδιους να βρίσκονται λίγο στα χαμένα. Υπήρχε οργάνωση, μόνο που φαίνεται ότι δεν υπήρχε αναμεταξύ τους συνεννόηση. Η συναυλία είχε προγραμματιστεί να αρχίσει στις 21:00, αλλά όπως σε κάθε συναυλία υπήρξε αναμονή. Αυτή έφθασε τα είκοσι με είκοσι πέντε λεπτά, ενώ ο καιρός της πόλης ξεκίνησε να μας θυμίζει ότι μεταβλήθηκε από καλοκαιρινό σε φθινοπωρινό.
Στη συναυλία:
Με το που η αναμονή παρήλθε, η
ορχήστρα των μουσικών από την Ουκρανία έκανε την είσοδο της στην σκηνή. Το
χειροκρότημα ήταν η επιβεβαίωση που χρειαζόταν για να προβούν στο τελικό
κούρδισμα, «ζέσταμα» των μουσικών τους οργάνων, αλλά και της μεταξύ τους
επικοινωνίας και συνεργασίας.
Το πρώτο κομμάτι που ακολούθησε της μουσικής τους εναρμόνισης
προερχόταν από τη διλογία του Γκάι Ρίτσι «Sherlock Holmes» (2009)
και «Sherlock Holmes: A Shadow Game» (2011). Το κλασικό θέμα με τις
ψηλές νότες προηγήθηκε της βαριάς απάντησης μίας κυριολεκτικά μουσικής
ομοβροντίας. Η ιδιαιτερότητα των κομματιών αυτών είναι ότι παίζουν εναλλάξ
από ψηλά σε χαμηλά, με την προοδευτική τους διάρκεια να εντείνει την ταχύτητα
των ενορχηστρωμένων εναλλαγών. Στο κλείσιμο, όπως και σε όλα τα κομμάτια,
όλων των ταινιών, η ορχήστρα φρόντιζε να «τραβάει» το κομμάτι προσθέτοντας και
δικές της προεκτάσεις για να καταλήξει στον γνώριμο, κοινό ήχο.
Το δεύτερο κομμάτι ήταν από την ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν με τίτλο: «Inception»
(2011). Χανς Ζίμερ και Νόλαν έχουν συνεργαστεί στην πλειοψηφία των ταινιών του
δεύτερου, με τις μελωδίες να εντείνουν στο τελικό άρτιο αποτέλεσμα. Το
πολύχρωμο με εξίσου χρωματιστές σκιάσεις σχέδιο της χαρακτηριστικής σβούρας
εμφανίστηκε στην οθόνη, πίσω από τους μουσικούς, και ένα από τα πιο όμορφα και
χαρακτηριστικά θέματα του μοντέρνου κινηματογράφου ξεπήδησε μέσα από έγχορδα,
πνευστά και τύμπανα. Η προσωπική προσθήκη ήρθε στη μέση για να μεταβεί στην
ολοένα και κλιμακωτή ανάπτυξη της κύριας μελωδίας. Η μουσική επένδυση συνεπήρε
τους/τις θεατές που άφησαν τα κινητά τους κατά μέρους και απόλαυσαν την στιγμή.
Το τρίτο κομμάτι μας ήρθε από το κινηματογραφικό παρελθόν
αναδεικνύοντας το κλέος ενός περασμένου μεγαλείου. Ο λόγος για την ταινία του Ρίντλεϊ
Σκοτ με τίτλο «The
Gladiator» (2000). Δε νομίζω να έχει υπάρξει κάποιος/κάποια που να μην έχει
συγκινηθεί έστω και μία φορά με το καθολικό θέμα του «Μονομάχου». Οι προβολείς είχαν βαφτεί στα κόκκινα καθώς πρόκειται
για ιστορία εκδίκησης με την οθόνη να φέρνει στην επιφάνεια της το
ανεπανάληπτου σχεδιασμού κράνος του Μονομάχου. Ο μαέστρος διεύθυνε με
εξαιρετικό πάθος και σπασμωδικές κινήσεις όλους τους μουσικούς από κάτω του,
ενώ η ένταση ενισχυόταν όσο φθάναμε προς το τέλος. Δεν ήταν όμως το τέλος,
ευαίσθητες νότες από ένα τρυφερό έγχορδο και η άφιξη της τραγουδίστριας
συντελέστηκε. Η χορωδία της πίσω κάλυψε το πέρασμα της μέχρι να ερμηνεύσει τα
κομμάτια της Λίζα Ζεράρντ και το αξεπέραστο «Now We Are Free».
Το τέταρτο κομμάτι προσγειώθηκε, ακριβώς όπως και ο χαρακτήρας της
ταινίας που «έντυνε» ηχητικά, δηλαδή από τον ουρανό! Σωστά καταλάβατε, το
επόμενο θέμα ανήκε στον ήρωα «Superman» και πιο συγκεκριμένα στην ταινία
του Ζακ Σνάιντερ «Man Of Steel» (2013). Όλοι αναμέναμε τις
ελπιδοφόρες νότες του Ζίμερ να πλημμυρίσουν την σκηνή. Οι μουσικοί είχαν
εντούτοις άλλα σχέδια. Προτίμησαν να προχωρήσουν στο κομμάτι με τα αγγελικά
φωνητικά που κάλυψε το πρώτο τρέιλερ της ταινίας. Το κομμάτι δεν ακούστηκε
στην ταινία παρά μόνο σε ορισμένα σημεία και αποκομμένο από το συμπαγές σύνολο
του. Δεν ήταν κακό, αλλά αφού έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε το μικρό αυτό
θαύμα που μάλιστα αντιπαρατίθεται του αντίστοιχου του Τζον Γουίλιαμς, μη μας το
στερείτε!
Το πέμπτο κομμάτι ήρθε να μας θυμίσει μια ερωτική ιστορία, ναι θα το
πω, αντάξια του «Τιτανικού» (1997)! Ο Μάικλ Μπέι υπογράφει το
πολεμικό του δράμα «Pearl Harbor» (2001) και ο μουσικοσυνθέτης μας
χαρίζει μία εγκάρδια μελωδία με μελαγχολικές νότες, που θα μας θυμίζουν για
πάντα τι χάθηκε στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Οι μουσικοί το απέδωσαν ως
είχε, καθώς είναι αδύνατον να παρέμβεις έστω και καλλιτεχνικά πάνω σε αυτό το
θέμα. Αρκέστηκαν μονάχα στην προσθήκη ορισμένων πνευστών για ενίσχυση της
ατμόσφαιρας. Με τα αεροπλάνα να επισκιάζονται και να χάνονται στην οθόνη, το
συναισθηματικά φορτισμένο χειροκρότημα εκδηλώθηκε.
Το έκτο κομμάτι ήταν πρόσφατο, με την καλλιτέχνιδα Μπίλλι Άιλις
να βραβεύεται με βραβείο Όσκαρ. Δεν γνωρίζετε σε ποιο αναφέρομαι; Μα φυσικά,
για την μελωδία πίσω από την νέα ταινία στη μακρά σειρά του υπέρ κατασκόπου «James
Bond» με τίτλο «No Time To Die» (2021) και σκηνοθεσία Κάρι
Φουκουνάγκα. Εκείνη την περίοδο, η ανάληψη του επιμέρους θέματος από τον Χανς Ζίμερ αποτέλεσε μεγάλο θέμα προς
συζήτηση, καθώς ήταν η πρώτη φορά του συνθέτη που ασχολήθηκε με ταινία της
σειράς. Στη συναυλία βέβαια πρωταγωνίστησαν τα φωνητικά και η τραγουδίστρια που
ανέλαβε να τραγουδήσει. Με το τέλος του κυρίως τραγουδιού, οι μουσικοί
προέβησαν σε ένα σύντομο ενορχηστρωμένο «μιξ» της συνολικής μουσικής ιστορίας
του «James Bond». Χρειαζόταν να γνωρίζεις σε βάθος τις μελωδίες, για να τις
διακρίνεις σε αυτό τον τάχιστο ρυθμικό ελιγμό.
Το έβδομο και όγδοο κομμάτι έπαιξαν μαζί «back to back». Το
πρώτο αναφερόταν σε ένα από τα θαύματα της εταιρείας κινουμένων σχεδίων «DreamWorks»
με ελληνικό τίτλο «Σπιριτ: Το Άγριο Άλογο» (2002). Μεγαλώνοντας με αυτή
την ταινία, η μελωδία της αποτελεί εξαιρετικά γνώριμο άκουσμα συνοδευόμενο
φυσικά και από τραγούδια, τα οποία είχαν μεταγλωττιστεί και μεταφερθεί από
τον Γιάννη Σαββιδάκη. Ένας ρυθμός αχαλίνωτος, όπως άλλωστε και η θέληση
του άγριου αλόγου για ελευθερία και ανοιχτό ορίζοντα.
Δίχως να προβούν σε διάλειμμα ή
παύση, ο μαέστρος διατηρεί τη θερμή της ορχήστρας του και δείχνει τον μουσικό
δρόμο για το πέρασμα στη διασκευή ενός πολυαγαπημένου θέματος. Αυτό ανήκει στην
ταινία «Οι Ήρωες Της Μαδαγασκάρης» (2005). Η επιλογή του κομματιού «I
like to move it» δεν είναι τυχαία, καθώς ο σκοπός σε αυτό το σημείο της
μουσικοπαράστασης είναι να ανέβουν λίγο τις στροφές και ο κόσμος, αν και
καθήμενος, να ξεσηκωθεί. Οι τέσσερις τραγουδίστριες φρόντισαν για αυτό με
τους προβολείς να φωτίζουν σε πράσινη απόχρωση δίνοντας μία αίσθηση του
ευρύτερου περιβάλλοντος της Μαδαγασκάρης. Με αυτό τον τρόπο μας
αποχαιρέτησαν και προέβησαν σε διάλειμμα μισής ώρας.
Η επιστροφή ήταν αυτό ακριβώς που
περίμενα, εννοώ που περίμενε ο κόσμος! Η οθόνη πίσω από την σκηνή έδειξε ένα
μελαμψό πρόσωπο με γαλάζια μάτια, σύμπτωμα της εκτεταμένης χρήσης
μπαχαρικού «μελάνζ» και τα γράμματα της λέξης «Dune» (2021)
εμφανίστηκαν για να εξαφανιστούν. Μία ταινία που αποτελεί έναν από τους
σύγχρονους θριάμβους της έβδομης τέχνης, βεβαίως δια χειρός του Ντενί Βιλνέβ.
Ο Ζίμερ για να αναλάβει το πρότζεκτ
του «Dune» αρνήθηκε συνεργασία με τον Κρίστοφερ Νόλαν για την
ταινία του «Tenet» (2020). Όλα άρχισαν με τα πρωτάκουστα στο ευρύ κοινό
φωνητικά της τεχνικής «throat
singing». Έπειτα, η ορχήστρα αρκέστηκε σε μερική κάλυψη του τρομερού αυτού
θέματος με την έλλειψη της επαναστατικής ηλεκτρικής κιθάρας του καλλιτέχνη και
τα απόκοσμα, γυναικεία, μακρόσυρτα φωνητικά να είναι εντόνως αισθητά.
Το δέκατο κομμάτι ήρθε να διορθώσει την ατασθαλία του προηγούμενου.
Πρόκειται για έναν διαστρικό ήχο που ήχησε καταμεσής του διαστήματος και
θορύβησε μέχρι και κατά μήκος μίας μαύρης τρύπας. Ο λόγος για την ταινία «Interstellar»
(2014). Οι εκπτώσεις του προηγούμενου κομματιού δεν είχαν θέσει σε αυτό. Ο
μαέστρος διηύθυνε την ορχήστρα του στη μεταφορά των πιο σημαντικών κομματιών του
συνολικού θέματος της ταινίας, όπως το «S.T.A.Y» και συνάρπασε με την ένταση
και το οργανικό πέρασμα από το ένα στο άλλο. Η κορυφή της απόδοσης ήταν με
το κομμάτι «No Time For Caution», σημείο καμπής για την ταινία και τις
αποφάσεις των χαρακτήρων.
Το ενδέκατο κομμάτι ήρθε σαν έκπληξη προς όλους μας δεδομένου ότι
έσπασε τους κανόνες που έθεσε εξαρχής. Οι μουσικοί προχώρησαν στη μεταφορά του
χαρακτηριστικού θέματος της τηλεοπτικής σειράς «Game Of Thrones»
(2011-2019). Τα εύσημα της μουσικής δεν αποδίδονται στο τιμώμενο πρόσωπο, αλλά
στον συνάδελφο του, Ραμίν Τζαγάντι. Σίγουρα μία ευχάριστη έκπληξη, μία
προσθήκη συστοιχίας καλοκουρδισμένων εγχόρδων που μας θύμισε ένα θέμα που δε
ξεχνιέται ούτε με την πάροδο του χρόνου. Η ηχητική του είσοδος προκάλεσε
απορία στον κόσμο, καθώς πρωτοστάτησαν οι ανδρικές φωνές και σχεδόν κανείς δεν
αντιλήφθηκε ποια θα είναι η συνέχεια. Όλα όμως εκτυλίχθηκαν όπως άρμοζε και
έπρεπε.
Οι εκπλήξεις όμως δε σταμάτησαν εκεί,
το δωδέκατο κομμάτι ήταν για γερούς
λύτες! Ομολογώ ότι και εγώ αναρωτήθηκα για τη μελωδία του. Προερχόταν από μία
ταινία του πολυαγαπημένου βετεράνου Ρίντλεϊ Σκοτ «Black Hawk Down»
(2001). Ελικόπτερα εμφανίστηκαν στην οθόνη πίσω και ένας τραχύς ήχος με
πρωτοστάτες τα κρουστά και τύμπανα απλώθηκε στον χώρο της Μονής. Δύο
τραγουδιστές πήραν θέση στην σκηνή και περίμεναν τη σειρά τους. Όταν
ανέλαβαν, το πλαίσιο μεταβλήθηκε απόλυτα με το βάθος της φωνής τους να εξυψώνει
την ατμόσφαιρα στο υψόμετρο που επιχειρούν και πετούν τα «μαύρα γεράκια».
Οι πειραματισμοί ήταν πίσω μας,
σαν γαλάζιοι και κίτρινοι προβολείς φώτισαν την σκηνή και το σήμα της
νυχτερίδας εμφανίστηκε στην οθόνη.
Η μεγάλη στιγμή της συναυλίας είχε φθάσει και ο μαέστρος πλέον είχε στα χέρια
του να διευθύνει τη μουσική για την αριστουργηματική τριλογία του Κρίστοφερ
Νόλαν «The Dark Knight» (2005-2012). Ελάχιστες προσωπικές
παρεμβάσεις συντελέστηκαν, καθώς τα κομμάτια που επιλέχθηκαν είναι από μόνα
τους αυτόνομες μουσικές οντότητες. Έπαιξαν χαμηλά και ανέβηκαν με ένταση,
ενώ τα ρυθμικά τύμπανα έδιναν το δυναμικό «tempo».
Συνόδευσαν που και που πνευστά, αλλά χάνονταν εμπρός στην ολότητα του
αψεγάδιαστου και εναρμονισμένου θέματος.
Το τέλος της συναυλίας ήταν κοντά
και η μεγάλη στιγμή του συνθέτη αποδόθηκε με τον τρόπο που άρμοζε. Το θέμα για
την κλασική πλέον ταινία κινουμένων σχεδίων «Βασιλιάς Των Λιονταριών»
(1994) ήταν επί της σκηνής. Ο Χανς Ζίμμερ κέρδισε το πρώτο του Όσκαρ για τη σύνθεση
της μουσικής και θα ήταν αδύνατο να λείπει από τη συναυλία που ήταν αφιερωμένη
σε αυτόν. Η εισαγωγή έγινε με φωνητικά, τα οποία διατηρήθηκαν και στήριξαν
τη μελωδία. Σε βαθμό μπορεί να πει κανείς ότι κάλυψαν το σύνολο, κάτι που δεν
έπρεπε να γίνει, αφού η ενορχήστρωση είναι κάτι το βαθύ, το εξωπραγματικό.
Ευτυχώς, στο τέλος οι φωνές σίγησαν και απολαύσαμε την αυθεντική μορφή του
κομματιού, όπως έπρεπε να ακουστεί.
Η στιγμή για το δέκατο πέμπτο κομμάτι είχε φθάσει και
σηματοδότησε τη λήξη της βραδιάς. Η συναυλία έκλεισε, όπως άνοιξε με
χαρακτηριστικά έγχορδα βιολιά και παιγνιώδεις αμφιταλαντεύσεις. Ο λόγος για την
τριλογία του Γκορ Βερμπίνσκι με τίτλο: «Πειρατές της Καραϊβικής»
(2003-2007). Η μελωδία αυτής της ταινίας είναι ευρέως γνωστή, που οι τρεις
πρώτες νότες αρκούσαν για να μπούμε στο κλίμα. Η ορχήστρα ενσωμάτωσε και τις
δικές της προεκτάσεις, όπως σχεδόν σε όλα τα κομμάτια, αλλά δεν κατάφεραν να
αλλάξουν το θέμα του «Καπετάνιου Τζακ Σπάροου», που είναι τόσο ελεύθερο, όσο η
ζωή ενός πειρατή! Η πειρατική σημαία εμφανίστηκε στην οθόνη και τα πνευστά
έπαιξαν χαμηλά για να ανέβουν με έγχορδα κάθε λογής. Το θέμα τελικώς αποδόθηκε
με μία μικρή μουσική και χορευτική ενίσχυση παραπάνω.
Cut! It’s an encore:
Αυτή η βραδιά ήταν αναμφίβολα μία
απίστευτη μουσική εμπειρία.
Θρυλικά κομμάτια αποδόθηκαν με τη μέγιστη δυνατή πιστότητα, ενώ η μεταφορά τους
εμπεριείχε σε βαθμό ευχάριστες μουσικές προσθήκες. Το θέμα είναι το εύρος.
Επιλέχθηκαν κομμάτια που μπορούσαν να προσαρμοστούν στη λογική της ορχήστρας
και να ξεσηκώσουν τον κόσμο. Το θέμα είναι ότι αφέθηκαν εκτός συναυλίας
πραγματικοί θρίαμβοι, που δεν παρασύρθηκαν στη λήθη από την παλίρροια του
χρόνου. Κομμάτια από ταινίες όπως ο «Τελευταίος Σαμουράι» (2003) του Έντουαρντ
Ζούικ, του οποίου η μουσική ίσως να είναι πρόδρομος για τη σύνθεση του «Σκοτεινού
Ιππότη». Η ταινία «Rush» (2013) του Ρον Χάουαρντ με το
εξομολογητικό «Lost But Won» είναι η απόδειξη ενός θέματος που μιλάει
δίχως λόγια, αλλά με νότες. Δεδομένης της κατεύθυνσης των «Lords of Sound»
θα μπορούσαν κάλλιστα να ανεβάσουν τον κόσμο με μία ενισχυμένη εκδοχή του
θέματος του «Rain Man» (1988) σε σκηνοθεσία Μπάρι Λέβινσον.
Κλείνοντας, οι προσδοκίες φέρνουν παράπονα, αλλά αν τα εξαιρέσουμε αυτά, καταλήγουμε
σε μία τίμια μουσική εμπειρία για τους λάτρεις της κινηματογραφικής μουσικής.
Θα έβαζα με νοσταλγική έμπνευση 8/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood
#Άποψη #Κριτική #Συναυλία #ΜονήΛαζαριστών #LordsOfSound #HansZimmer
#SherlockHolmes #Inception #Gladiator #ManOfSteel #PearlHarbor #NoTimeToDie #SpiritTheUntamedStallion #Madagascar #Dune #Interstellar #GameOf Thrones #BlackHawkDown #DarkKnight #LionKing #PiratesOfTheCaribbean
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς