«Ο Εξολοθρευτής» (1984): Όραμα Αντί Πόρων!

Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;

Άτυπα έχουμε συμφωνήσει να δίνουμε ένα περιθώριο για «ανεξάρτητα» άρθρα ανάμεσα στις δημοσιεύσεις των αφιερωμάτων. Αυτή τη φορά, ελλείψει χρόνου, δε θα τηρήσουμε τη συμφωνία και θα προβούμε στην εκκίνηση ενός νέου, εκρηκτικού και εμπορικού αφιερώματος δράσης! Με την κυκλοφορία του τρίτου έργου της σειράς επιστημονικής φαντασίας «Avatar» με τίτλο: «Avatar: Fire and Ash» (2025), αποφασίζουμε να μιλήσουμε για την καριέρα του «βασιλιά του box office» Τζέιμς Κάμερον. Ο λόγος για την ταινία «Ο Εξολοθρευτής» (The Terminator, 1984). Πάμε να δούμε πως μία ατυχής επαγγελματική συνεργασία, ένας εφιάλτης που προκλήθηκε από υψηλό πυρετό και μία ανορθόδοξη προσέγγιση σκηνοθεσίας διαμόρφωσε ένα από τα καλύτερα φιλμ δράσης όλων των εποχών!

Πλοκή;

Βρισκόμαστε στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνια κατά τη δεκαετία του ’80. Κατά τη διάρκεια της νύχτας δύο μυστηριώδεις λάμψεις συντελούνται και δύο άνδρες από το μέλλον εμφανίζονται στο αστικό νυχτερινό τοπίο. Έχουν κοινό σκοπό, να βρουν τη Σάρα Κόνορ. Διαφέρουν εντούτοις στον στόχο. Ο ένας εστάλη για να την εξολοθρεύσει και ο άλλος για να την διασώσει. Μέσα σε ένα κλίμα αδυσώπητης καταδίωξης, η Σάρα θα χρειαστεί να παραμείνει ζωντανή, αν θέλει η ανθρωπότητα να έχει μία ευκαιρία να αντιμετωπίσει την «Ημέρα της Κρίσης» που έρχεται!

«Στην καρέκλα του σκηνοθέτη»:

Το έργο που εξετάζεται στην προκειμένη περίπτωση ακολουθεί άθελα του τις επιταγές της πυθαγόρειας διδασκαλίας, δηλαδή είχε μία μονάχα ευκαιρία να πετύχει και πάρα πολλές να αποτύχει. Η ιστορία όμως του «Εξολοθρευτή» αρχίζει πολύ πριν το μελάνι αγγίξει τις σελίδες του σεναρίου του. Ο Τζέιμς Κάμερον, νέος, άπειρος και άσημος σκηνογράφος και σχεδιαστής σετ είχε την ευκαιρία να σκηνοθετήσει για πρώτη φορά στην καριέρα του. Ανέλαβε λοιπόν να αποδώσει τη συνέχεια μίας δευτεροκλασάτης κινηματογραφικής σειράς με τίτλο: «Πιράνχα 2: Ιπτάμενοι Δολοφόνοι» (Piranha Part Two: The Spawning). Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν, όπως τα περίμενε και έχασε γρήγορα τον έλεγχο της ίδιας του της ταινίας. Οι παραγωγοί τον παραγκώνισαν, αλλά διατήρησαν το όνομα του στους τίτλους αρχής, γεγονός που τον διέλυσε σωματικά και ψυχικά. Το αποτέλεσμα ήταν να καταρρεύσει από τον πυρετό και να ονειρευτεί μία εφιαλτική φιγούρα με μεταλλικό σκελετό να αναδύεται μέσα από τη φωτιά.

Αυτή η εικόνα στοίχειωσε τον καλλιτέχνη και δεν άργησε να διαμορφώσει μία βασική πλοκή γύρω της. Η ιστορία της παραγωγής είναι ένα ξεχωριστό άρθρο από μόνη της και δε θα σταθούμε στις διαπραγματεύσεις και τις συμφωνίες που οδήγησαν στην εξοικονόμηση ενός συμβολικού ποσού. Ο Κάμερον γνώριζε αφενός τη δυναμική προοπτική της ιδέας του, αφετέρου τις περιορισμένες του οικονομικές δυνατότητες. Για αυτό τον λόγο εκμεταλλεύτηκε και χρησιμοποίησε κάθε μέσο που βρήκε στη διάθεση του. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν ως επί το πλείστον κατά τη διάρκεια της νύχτας. Δεν μπορούσαν να κλείσουν δρόμους ή να λάβουν πάντοτε άδεια για γύρισμα, με συνέπεια να επιχειρούν σε μη νόμιμες συνθήκες. Η κάμερα του όμως δε χάνει την αυτοπεποίθηση της. Επηρεάζεται από την κατεύθυνση του Τζόν Κάρπεντερ, ο οποίος θεμελίωσε το είδος της ανεξάρτητης επιστημονικής φαντασίας τρόμου και προβαίνει σε μία άμεση εξέλιξη. Οι νέον φωτισμοί δίνουν ανάμεσα σε άλλα και μία νουάρ αίσθηση και αισθητική.

Ο σκηνοθέτης ωστόσο δεν επιθυμεί να αναδείξει ένα φιλμ που ο κόσμος έχει δει ξανά, αλλά κάτι ενδιάμεσο μεταξύ γνώριμου και πρωτότυπου. Με τη χρήση λοιπόν μινιατούρων για τις σκηνές στο μέλλον, «animatronic» και «stop motion» για τις «μηχανικές» κινήσεις του «Εξολοθρευτή» και της θαρραλέας συνδρομής των κασκαντέρ, ο Τζέιμς Κάμερον βάζει την σφραγίδα του στον θρίαμβο. Το έργο όμως δεν είναι μονάχα εκρήξεις και εφέ. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, ο δημιουργός δίνει μία σειρά από μηνύματα στο υποσυνείδητο των θεατών. Από την εισαγωγή και το καδράρισμα των χαρακτήρων, μέχρι την ηχητική κάλυψη όταν αυτοί εισέρχονται επί σκηνής, η πληροφορία για τους χαρακτήρες δε σταματά να διαχέεται. Αυτή η λογική περνάει στον ρυθμό, ο οποίος κυριολεκτικά καλπάζει προοδευτικά και με αγωνιώδη κλιμάκωση. Ο τόνος από την άλλη δεν επιτρέπει στο κοινό να αισθανθεί ασφάλεια. Όταν εμφανιστεί ο «Εξολοθρευτής», κανένας και τίποτα δεν μπορεί να τον σταματήσει.

«Στο σετ του ηθοποιού»:

Η επιλογή των ερμηνευτών ήταν εξίσου άλλη μία απαιτητική δοκιμασία που έπρεπε να ευθυγραμμιστεί επαρκώς με το ευτυχές σύνολο για το τελικό αποτέλεσμα. Αρχικά, ο Κάμερον αναλογιζόταν για τον ρόλο του «Εξολοθρευτή» τον ηθοποιό Λάνς Χένρικσεν, με τον οποίον είχαν συνεργαστεί στο «Πιράνχα 2». Υπάρχουν μάλιστα μέχρι και σχέδια του καλλιτέχνη, τα οποία απεικονίζουν τον ερμηνευτή με ημιτελή μεταλλικό σκελετό.

Το όνομα του Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ είχε προκύψει από την αρχή, αλλά για έναν τελείως διαφορετικό ρόλο, για εκείνον του «Κάιλ Ρίς», του μαχητή από το μέλλον που εστάλη για να διασώσει την «Σάρα Κόνορ». Έπειτα από ένα δείπνο ανάμεσα στον Τζέιμς Κάμερον και τον πρωταθλητή στο «body building» κατέστη σαφές πως ο ρόλος του «Εξολοθρευτή» θα μπορούσε να δουλέψει μέσα από τη ψυχρή ερμηνεία του Σβαρτζενέγκερ και έτσι έγινε. Ο Χένρικσεν άφησε τον ρόλο, αλλά συνεργάστηκε σε δεύτερο χρόνο με τον Τζέιμς Κάμερον για το φίλμ: «Άλιενς: Η Επιστροφή» (Aliens, 1986).

Πίσω στον «Εξολοθρευτή», η σχεδόν «αφύσικη» σωματοδομή του Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ λειτούργησε ευεργετικά για τον αυστριακό ερμηνευτή. Του έδωσε την επιβολή της ωμής μηχανικής δύναμης, αλλά και την αύρα του απόλυτου εφιάλτη. Ερμηνευτικά, ο Σβαρτζενέγκερ χρειάζεται μονάχα να σταθεί μπροστά από την κάμερα και να επικοινωνήσει τον λιγοστό του διάλογο. Ο σκηνοθέτης από την άλλη με τους προαναφερόμενους ελιγμούς, αλλά και ένα ενδιαφέρον υπέρυθρο «point of view» του ηθοποιού δίνει την τελική εικόνα.   

Για τον ρόλο της «Σάρα Κόνορ», αν και δοκίμασαν αρκετές ερμηνεύτριες των 80ς, η σχετικά άγνωστη τηλεοπτική ηθοποιός Λίντα Χάμιλτον κέρδισε την κούρσα. Η επιλογή είναι τέλεια! Η ερμηνεύτρια σε μία ώρα και σαράντα επτά λεπτά καταφέρνει να αναδείξει όλη την ανάπτυξη και μεταβολή του χαρακτήρα της. Είναι αβοήθητη, εύθραυστη, αλλά με την κατάλληλη κατεύθυνση και οδηγίες ανακαλύπτει οργανικά την εσωτερική της δύναμη και εξολοθρεύει τον «Εξολοθρευτή». Πρόκειται για έναν από τους αρτιότερα γραμμένους και παιγμένους γυναικείους χαρακτήρες σε έργο δράσης.

Τέλος, ο ρόλος του μελλοντικού μαχητή «Κάιλ Ρίς» κατέληξε στον πολυαγαπημένο Μάικλ Μπιν. Ο ηθοποιός, προερχόμενος από μικρούς δραματικούς ρόλους, φέρνει στην ταινία αυτό ακριβώς το δραματικό, στοιχειωμένο στοιχείο. Επικοινωνεί πλήρως το παρελθόν του και γίνεται ο απόλυτος ήρωας, δίχως να αποπνέει τα κλασικά χαρακτηριστικά ενός τέτοιου. Η χημεία του με την Χάμιλτον διατηρεί εσκεμμένα μία απόσταση δυναμώνοντας παραδόξως τη μεταξύ τους σχέση.

Cut! It’s a wrap:

Κλείνοντας, το φίλμ ενέπνευσε τόσο τον κινηματογραφικό χώρο της δράσης όσο και της επιστημονικής φαντασίας. Παρά το πέρασμα των δεκαετιών και των χρόνων, το έργο δεν έχει «γεράσει» ή έχει «γεράσει» πολύ όμορφα. Ανεξαρτήτως της ερμηνείας παραμένει το ίδιο διασκεδαστική, όπως πρώτα. Εκτίναξε τις καριέρες όλων των συντελεστών της και απέδειξε έμπρακτα ότι η ανεξάρτητη σκηνή έχει ανάγκη από χρηματοδότηση, όχι από έμπνευση. Στιγμάτισε μία ολόκληρη δεκαετία, αν και πολεμήθηκε από το σύστημα της βιομηχανίας και έθεσε τα θεμέλια για μία ανεπανάληπτη συνέχεια.   

Θα έβαζα με διαχρονικό ενθουσιασμό ένα 9,2/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».


Διάρκεια: 1 ώρα και 47 λεπτά

Είδος: Επιστημονικής φαντασίας-Τρόμου

Σκηνοθεσία: Τζέιμς Κάμερον

Πρωταγωνιστές: Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ, Λίντα Χάμιλτον, Μάικλ Μπιν.

#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Θέατρο #JamesCameron #TheTerminator #ScienceFiction #Horror #ArnoldSchwarzenegger #LindaHamilton #MichaelBiehn



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις