«Avatar» (2009): Η Αυγή Της Ψηφιακής Επανάστασης!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Έχοντας
καλύψει σχεδόν το σύνολο της φιλμογραφίας του Τζέιμς Κάμερον, προχωρούμε πια στο προκείμενο. Με την τρίτη
κινηματογραφική προσθήκη στη σειρά «Avatar:
Fire and Ash» (2025) να κατακτά το αμερικανικό «box office», εμείς παρουσιάζουμε ένα άρθρο για αυτό που τα ξεκίνησε
όλα. Ο λόγος για την πρωτοποριακή ταινία με τίτλο: «Avatar» (2009). Πάμε να
δούμε με ποιον τρόπο το αρχικό όραμα του δημιουργού του ανέμενε την ανάπτυξη
της τεχνολογίας για να μεταφερθεί στην ασημένια οθόνη!
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
σε μία μελλοντική έκφανση της Γης κατά το έτος 2154. Ο Τζέικ, ένας ανάπηρος βετεράνος μαχητής πλησιάζεται από μία εταιρεία
για να αναλάβει τη θέση του δίδυμου αδελφού του. Αυτή προβλέπει το ταξίδι
του από τη Γη στο φεγγάρι Πανδώρα,
αλλά και την ανάληψη ενός «Άβαταρ»,
γενετικά τροποποιημένου κορμιού. Η αποστολή του είναι να παρεισφρήσει στην
ιθαγενή φυλή των «Νάαβι» και να
γνωρίσει τις αδυναμίες τους. Μέσα σε ένα
κλίμα ξεκάθαρης αποστολής, αλλαγής στρατοπέδου, προδοσίας και αντίστασης, ο
Τζέικ θα λάβει το μέρος των «Νάαβι» και θα αποπειραθεί να σώσει τον εξωγήινο
παράδεισο της Πανδώρα.
«Στην καρέκλα του σκηνοθέτη»:
Μέσα
στην κατά τα άλλα σύντομη πορεία του μέσου του κινηματογράφου, αρκετοί ήταν
εκείνοι που δοκίμασαν τα όρια της τεχνολογίας. Αρκετοί ήταν εκείνοι που
επιχείρησαν το αδύνατο και τα κατάφεραν. Ο
Τζέιμς Κάμερον εντούτοις είναι ο δημιουργός που κατάφερε να ανανεώσει το ίδιο
το μέσο μέσα από τη δουλειά του σε αυτό. Σκηνοθετώντας τον «Τιτανικό», είχε μία ιδέα επιστημονικής
φαντασίας για ένα επόμενο πιθανό πρότζεκτ. Αυτή
έμελλε να εξελιχθεί σε αυτό που γνωρίζουμε ως «Άβαταρ». Γιατί όμως δεν
ασχολήθηκε ευθύς μετά τον καλλιτεχνικό και εισπρακτικό του θρίαμβο με τη
μεταφορά αυτής της ιστορίας; Η απάντηση
βρίσκεται στην εποχή και στην τεχνολογία. Το όραμα του εμπεριείχε εικόνες
που μόνο το ψηφιακό εφέ μπορούσε να αποδώσει.
Για
τα επόμενα δέκα χρόνια εργαζόταν για να εφεύρει την τεχνολογία που θα του
επέτρεπε τη μεταφορά της φαντασίας του επί της οθόνης. Κάθε αποτυχημένη δοκιμή ωθούσε τον ίδιο και την ομάδα του να δοκιμάσουν
όλες τις πιθανές λύσεις. Η τεχνολογία όμως κατάφερε να προχωρήσει και μαζί
της και το φίλμ που θα έφερνε μία πραγματική επανάσταση. Αρχικά, εξελίχθηκε το λεγόμενο «motion capture» ή «performance capture». Μέσα από αυτή την τεχνική, οι ερμηνευτές έχουν μία σειρά από αισθητήρες, αλλά και μία κάμερα ευθύς
στο πρόσωπο τους, τα οποία κινηματογραφούν την κάθε τους κίνηση. Η ερμηνεία
τους φθάνει στους αρμόδιους τεχνικούς, οι οποίοι προσαρμόζουν χαρακτηριστικά
και μορφασμούς σε μία ψηφιακή εγκατάσταση προσώπου. Η ίδια τεχνολογία είχε
χρησιμοποιηθεί και στην τριλογία του «Άρχοντα
Των Δαχτυλιδιών» για το πλάσμα «Γκόλουμ».
Έπειτα, ο καλλιτέχνης και η ομάδα του δημιούργησαν ένα σύστημα «virtual» καμερών, τα οποία έδειχναν σε ζωντανό χρόνο το ψηφιακό περιβάλλον. Αυτό έδωσε μεγάλο προβάδισμα στην προοδευτική ανάπτυξη αφενός της σκηνοθετικής κατεύθυνσης, αφετέρου της κατασκευής και οικοδόμησης του εξωπλανητικού νεοσύστατου κόσμου. Ο Κάμερον είχε τη δυνατότητα να σκηνοθετεί τους ηθοποιούς του και να βλέπει την ίδια στιγμή το αποτέλεσμα.
Η τεχνολογία που εισήχθη στον
κινηματογράφο ήταν πραγματικά πρωτοποριακή για τα δεδομένα της εποχής, και με
τα χρόνια την εξέλιξαν ολοένα, με την απομάκρυνση
από το «green screen» και την υιοθέτηση των «virtual sets». Με τη λύση
στο ζήτημα της απεικόνισης του εξωγήινου κόσμου, ήρθε και η νέα προσέγγιση στην
κινηματογράφηση του. Χρησιμοποιήθηκε η τεχνική του «3D», όχι για εντυπωσιασμό, αλλά
για την ανάδειξη του βάθους πεδίου και ως εκ τούτου του ρεαλισμού του
περιβάλλοντος χώρου.
Αναφορικά με την σκηνοθεσία, η κάμερα, αφού ξεκλείδωσε νέες δυνατότητες, τις χρησιμοποιεί προς όφελος της. Η παντοδυναμία που της χάρισε ο σκηνοθέτης κατά τα γυρίσματα του «Τιτανικού», έρχεται για να ενισχύσει το όραμα του. Οι επιλογές είναι άπειρες σε ένα ψηφιακό πλαίσιο. Ο σκηνοθέτης φροντίζει τα κάδρα του να αναδεικνύουν τον κόσμο και τους χαρακτήρες. Διατηρούν την αίσθηση του έπους, καθώς περί αυτού πρόκειται. Η εμπειρία της θέασης φαντάζει σαν ένα ταξίδι, που όλα είναι καινούργια και η εισαγωγή τους κρίνεται απαραίτητη.
Η φωτογραφία, αν και ψηφιακή, είναι
πραγματικά υπέροχη. Τα χρώματα είναι
έντονα, ζωηρά και ζωντανά, ενώ δεν χάνουν τον ρεαλισμό τους στην πορεία. Η
διάρκεια του έργου είναι εκτενής, αλλά αυτό δεν αποθαρρύνει. Ο ρυθμός του είναι καλός και μεθοδικός.
Η αφήγηση μέσα από το γρήγορο μοντάζ, τα ατμοσφαιρικά πλάνα και το εντατικό «slow motion» ανανεώνουν διαρκώς. Ο τόνος διατηρείται σοβαρός, με μία έφεση
προς την γνωριμία με το άγνωστο, μέχρι και το τελευταίο λεπτό.
«Στο virtual σετ του ηθοποιού»:
Αν
το ερμηνεύει κανείς έναν ρόλο, έναν χαρακτήρα σε κανονικές συνθήκες γυρίσματος
φαντάζει δύσκολο, οι απαιτήσεις του να
υποδύεται κανείς χρησιμοποιώντας μονάχα τη φαντασία του, ενώ «φοράει» ένα
ολόκληρο σύστημα αισθητήρων και καμερών, μπορούν να χαρακτηριστούν και ως άκρως
αυξημένες.
Οι ηθοποιοί αποδίδουν τον καλύτερο
τους εαυτό. Ο Σάμ Γουόρθινγκτον, ο Αυστραλός ερμηνευτής κάνει το δικό του άνοιγμα
με δύο μεγάλες ταινίες. Η πρώτη είναι η τέταρτη προσθήκη στη σειρά του «Εξολοθρευτή», γραμμένη από τον Κάμερον με τίτλο «Εξολοθρευτής: Σωτηρία» (2009), και η δεύτερη ο λόγος της
δημοσίευσης μας. Ερμηνευτικά, δοκιμάζεται
σε δύο υποκριτικές ταχύτητες, τόσο ως «Τζέικ», όσο και ως «Άβαταρ».
Πετυχαίνει την τέλεια ισορροπία, ενώ η μεταβολή του δικαιολογείται άψογα.
Η
συμπρωταγωνίστρια του είναι η Ζωή
Σαλντάνα στον ρόλο της ιθαγενούς «Νεϊτίρι».
Η ηθοποιός δεν εμφανίζεται με την πραγματική της μορφή, παρά μόνο με τη ψηφιακή
της αντίστοιχη. Το βλέμμα της κρατάει
ένα συναισθηματικό υπόβαθρο, ενώ υπάρχει φυσικότητα σε αυτό. Μαθαίνει εκ
νέου μία γλώσσα που γράφτηκε για τις ανάγκες του φίλμ και αποτελεί άξιο δείγμα γραφής άριστου γυναικείου χαρακτήρα σε έργο
δράσης.
Στην
ταινία εμφανίζονται και οι Στήβεν Λάνγκ,
Σιγκούρνι Γουίβερ και Τζιοβάνι Ριμπίσι. Οι τρείς του
λειτουργούν ως έναν βαθμό ως ανταγωνιστές του κεντρικού ήρωα. Ο Λάνγκ φέρνει επί σκηνής έναν υπερβολικό
χαρακτήρα, τον οποίο έχει ανάγκη η ιστορία για να διαλέξουν μέχρι και οι θεατές
πλευρά. Θυμίζει εξαιρετική τον χαρακτήρα «Cable» από τα κόμικ των «X-Men».
Η
Γουίβερ, συνεργάτιδα του Τζέιμς Κάμερον επιστρέφει για άλλη μία
φορά στο σετ του. Είναι ίσως η πιο
ανορθόδοξη, αλλά και παθιασμένη επιστήμονας που βρήκε τη θέση της στη μεγάλη
οθόνη. Υπάρχει άνεση και διάθεση και η ερμηνεύτρια ευχαριστιέται την
παρουσία της στο σετ.
Τέλος,
ο Ριμπίσι υποδύεται τον τεχνοκράτη
και είναι απολαυστικός στις αντιδράσεις
του, αλλά και στην αδυναμία του να δει τα πράγματα με πνευματικούς «φακούς».
Cut!
It’s a digital wrap:
Κλείνοντας,
ο ιστορικός του κινηματογράφου του
μέλλοντος θα αναφέρεται στο έργο ως ένα καταλυτικό σημείο στη διαμόρφωση του
αμερικανικού σινεμά. Η ταινία ήταν απόλυτη εισπρακτική εμπορική επιτυχία
της χρονιάς. Μπορεί να μη κέρδισε όλα τα βραβεία όσκαρ, για τα οποία προτάθηκε,
αλλά για εμάς είναι αδιαμφισβήτητη
νικήτρια της εποχής της. Τα φίλμ που ακολούθησαν, παρά το γενικό κανόνα,
δεν έχασαν την αξία τους, μήτε την ποιότητα τους. Αντιθέτως, διατήρησαν τα κεκτημένα, αλλά το πρώτο πάντα θα έχει μία
διαφορετική, ξεχωριστή θέση στην καρδιά όλων μας.
Θα έβαζα με συγκίνηση το απόλυτο 10/10 σε κλίμακα μέτρησης «thank you for the new memories».
Διάρκεια: 2 ώρες και 42 λεπτά
Είδος: Έπος-Επιστημονικής Φαντασίας
Σκηνοθεσία: Τζέιμς Κάμερον
Πρωταγωνιστές: Σάμ Γουόρθινγκτον, Ζωή Σαλντάνα, Στήβεν Λάνγκ, Σιγκούρνι Γουίβερ, Τζιοβάνι Ριμπίσι
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Θέατρο #JamesCameron #Avatar #Epic #ScienceFiction #SamWorthington #ZoeSoldana #StephenLang
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς