«Η Άβυσσος» (1989): Κάμερον-τελειομανία-κατάρρευση-εξέγερση!

Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;

Το αφιέρωμα μας για τον Αμερικανό δημιουργό Τζέιμς Κάμερον είχε ηχηρή εκκίνηση και δεν σταματάει τώρα πια. Το καινούργιο του έργο με τίτλο: «Avatar: Fire and Ash» (2025) έχει ήδη κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες και συγκεντρώσει σημαντικό ποσό σε εισπράξεις. Μέχρι να μιλήσουμε για αυτό, αρκούμαστε σε μία εφ όλης της ύλης ενδοσκόπηση στη φιλμογραφία του καλλιτέχνη. Ο λόγος για την ταινία: «Η Άβυσσος» (The Abyss, 1989). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο η εμμονή στην τελειότητα και σε βαθμό η έπαρση του σκηνοθέτη οδήγησε τους συντελεστές στα όρια τους!

Πλοκή;

Βρισκόμαστε κάπου στον Ατλαντικό ωκεανό κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Ένα αμερικανικό πυρηνικό υποβρύχιο χάνει επικοινωνία με τη βάση του και βυθίζεται για άγνωστους λόγους. Το Πεντάγωνο δεν έχει τον χρόνο να μεταφέρει δυνάμεις διάσωσης στο μέρος. Στην περιοχή βρίσκεται η πλωτή βάση μίας πετρελαϊκής εταιρείας. Η αμερικανική κυβέρνηση προσλαμβάνει το πλήρωμα της για να βοηθήσει στη διάσωση. Ο Μπάντ, κυβερνήτης του υποβρύχιου πληρώματος συναντάει ξανά την πρώην σύζυγό του Λίντσεϊ. Εκείνη συνοδεύει μία ομάδα κομάντος «Seals». Μέσα σε ένα κλίμα κατακόρυφης βύθισης, δριμείας καταιγίδας, κατάρρευσης και παράνοιας, οι ήρωες μας θα έρθουν αντιμέτωποι με τα όρια τους, ενώ τα ευρήματα τους θα ξεπεράσουν την ανθρώπινη τους λογική.

«Στην σκηνή του σκηνοθέτη»:

Ο Τζέιμς Κάμερον, έπειτα από την ανεπανάληπτη επιτυχία του πρώτου φίλμ του «Εξολοθρευτή» (1984), και της συνεχείας του «Άλιεν, ο επιβάτης του διαστήματος» (1979) με το έργο: «Άλιενς: Η Επιστροφή» (1986), επιθυμεί να ασχοληθεί με κάτι εξολοκλήρου δικό του. Στράφηκε προς τα ενδιαφέροντα του και ανέσυρε από τον «προσωπικό του ωκεανό» την αγάπη του για το υδάτινο στοιχείο και την εξερεύνηση του. Μετά από δέκα χρόνια θα ασχοληθεί με το διασημότερο ναυάγιο όλων των εποχών, αυτό του «Τιτανικού». Το περιβάλλον ήταν έτοιμο, αλλά του έλειπε ο θεματικός άξονας. Σε εκείνο το σημείο ήθελε να δοκιμάσει τον εαυτό του σε κάτι πιο ήρεμο. Εξολοθρευτές και ανθρωποφάγοι εξωγήινοι δεν είχαν θέση, αλλά μήπως σκέτο εξωγήινοι; «Ναι, ορισμένοι φιλήσυχοι εξωγήινοι μπορούν να υπάρχουν στο βάθος του βυθού» θα σκέφτηκε.

Με τα θεμέλια του οράματος του να έχουν στηθεί πλήρως, έμενε η ολοκλήρωση του διά τις επιταγές της σκηνοθεσίας. Ο Κάμερον ήθελε να τελειοποιήσει την ταινία που θα παραδώσει. Αυτό ίσως να ήταν πρόκληση κάποτε, που δεν είχε επαρκή χρηματοδότηση, αλλά τότε είχε τη δυνατότητα να ικανοποιήσει όλα του τα αιτήματα. Πρώτο από αυτό ήταν τα γυρίσματα να πραγματοποιηθούν πραγματικά και πρακτικά στο νερό. Εξαιρετικά απαιτητικό ακόμα και για τα τωρινά δεδομένα. Δέχτηκε εντούτοις να καταλάβουν για τις ανάγκες της παραγωγής έναν μεγάλο πρώην πυρηνικό σταθμό και αφού τον γεμίσουν με νερό να δοκιμάσουν την τύχη τους εκεί. Μάλιστα, με ένα μεγάλο κομμάτι του φίλμ να λαμβάνει μέρος κάτω από την επιφάνεια του νερού, οι ηχολήπτες κατάφεραν να απελευθερώσουν τον ήχο από οποιαδήποτε παράσιτα.

Πέρα από τις υποβρύχιες λήψεις, το σετ που κατασκευάστηκε ήταν εξίσου ρεαλιστικό, απεικονίζοντας το εσωτερικό μίας υποβρύχιας πλατφόρμας τύπου «deep core». Στενοί μεταλλικοί διάδρομοι, καλωδιώσεις που εκτείνονταν κατά μήκος των διαδρομών και ο εσωτερικός χώρος υποβρύχιων σκαφών έδωσαν την γραμμή της σκηνοθετικής κατεύθυνσης. Ο καλλιτέχνης διατηρεί την κάμερα είτε στο χέρι, είτε στο λεγόμενο «dolly train» και ακολουθεί κατά πόδας τους ήρωες. Την ίδια στιγμή δεν μπουκώνει το έργο του με ένταση, αλλά με την εκπόρευση μίας υδάτινης γαλήνης. Ατμοσφαιρικά κάδρα που γνωρίζουν δράση μέσα από την ενδυνάμωση του εκάστοτε φωτισμού δεσπόζουν εντός της ταινίας και δίνουν τις κατάλληλες παύσεις. Σε αυτά, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η χρήση ψηφιακών εφέ, πρωτοποριακών για την τεχνολογία της εποχής τους.

Ο ρυθμός είναι άκρως ισορροπημένος, με την δράση να έρχεται, οπότε το χρειάζεται η πλοκή για να αναπτυχθεί. Ο τόνος διατηρείται σταθερός, αρχίσει με μία ανάλαφρη διάθεση, για να συνεχίσει με νεύρο και συγκίνηση. Το σενάριο ακολουθεί πλήρως τις επιταγές του άτυπου κινηματογραφικού κανόνα, «show, don’t tell». Ο Τζέιμς Κάμερον ωστόσο παρά τη φιλότιμη προσπάθεια όλων των συντελεστών δε δείχνει ευχαριστημένος. Πιέζει για ακόμα αρτιότερο αποτέλεσμα και δημιουργεί μία δυσάρεστη τριβή με τους συνεργάτες του. Ηθοποιοί καταρρέουν, το συνεργείο εργάζεται υπερωρίες και τίποτα δε φαίνεται να τον συγκινεί. Για πρώτη φορά στα χρονικά, συμβαίνει στάση, εξέγερση των εργαζομένων κατά του σκηνοθέτη τους και η παραγωγή καθυστερεί. Τελικά, γύρισαν στη δουλειά τους, αφού έλαβαν υποσχέσεις για ανθρώπινες εργασιακές συνθήκες.

«Στο σετ του ηθοποιού»:

Οι ερμηνευτές/τριες που κλήθηκαν να βρεθούν εμπρός της απαιτητικής κάμερας του Κάμερον συνεργάζονταν στην πλειοψηφία τους για πρώτη φορά με τον σκηνοθέτη.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντούμε τον Εντ Χάρις ως «Μπαντ». Ο ηθοποιός παραδίδει μία ερμηνεία σύμφωνα με τους τονικούς όρους του φίλμ. Εισάγεται με μία χαλαρότητα, για να καταλήξει σε σπαραγμό και στο τέλος σε ενθουσιασμό. Ο Χάρις αποτελεί ερμηνευτή εγγύηση και δεν έχει παραδώσει μέτρια ερμηνεία στην καριέρα του. Τα γυρίσματα όμως τον κατέβαλαν σωματικά και ψυχικά. Σε μία από τις σκηνές κινδύνεψε να πνιγεί, καθώς η μάσκα του πήρε νερό από τη βύθιση με τον δύτη ναυαγοσώστη να τον αγνοεί. Το γεγονός αποτέλεσε κόκκινη γραμμή για τον ηθοποιό, που δε δέχτηκε να μιλήσει μήτε για το έργο στο οποίο πρωταγωνίστησε, μήτε για τον σκηνοθέτη του.

Η Μαίρη Ελίζαμπεθ Μαστραντόνιο συμπρωταγωνιστεί στο πλευρό του Εντ Χάρις στον ρόλο της «Λίντσεϊ». Η ερμηνεύτρια είναι υπέρ εκφραστική. Η αλληλεπίδραση της με το ψηφιακό μέσο είναι φυσική και ενισχύει τον ρεαλισμό του εφέ. Εκπέμπει ωστόσο στο ίδιο μήκος κύματος με τον συμπρωταγωνιστή της. Τα γυρίσματα διαρκούν για ώρες και η ίδια αφήνεται μέσα στο νερό να αναμένει τις κάμερες να ετοιμαστούν. Η ηθοποιός κατέρρευσε από την πίεση και αρνήθηκε να συνεργαστεί ξανά με τον Τζέιμς Κάμερον.

Τέλος, ο Μάικλ Μπιν συμμετέχει στο έργο στον ρόλο του «Υποπλοίαρχου Κόφεϊ». Η ερμηνεία του έχει την οδηγία να υποκριθεί την έννοια της παράνοιας και δε της στρατιωτικής. Ο δημιουργός της ταινίας φροντίζει από την αρχή να δείξει στο κοινό του ότι ο «Κόφεϊ» θα λειτουργήσει ως αντίβαρο και θα δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα. Τα πλάνα που τον εμπεριέχουν είναι σκοτεινά, με το πρόσωπο του να φωτίζεται ημιτελώς. Σε ορισμένα σημεία γίνεται υπερβολικός, αλλά επειδή δεν το συνηθίζει, κρίνεται ως και «απολαυστικός» με όρους «cartoon». Αν και γνώριμος με τη μέθοδο του Κάμερον, δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτό που ακολούθησε. Ξεκουραζόταν ελάχιστα και ο σκηνοθέτης επέμενε σε επαναληπτικές λήψεις, έτσι ώστε να φανεί η παρανοϊκή του -λόγω βάθους- διάθεση. Ο Μπίν δήλωσε σε συνεντεύξεις ότι δεν γνώριζε, αν υποκρινόταν από ένα σημείο και μετά.

Cut! It’s a wrap:

Κλείνοντας, η παραγωγή ξέφυγε πέρα από κάθε σχέδιο και προϋπολογισμό. Το τελικό αποτέλεσμα ξεπερνούσε τις τρεις ώρες, με συνέπεια να δοθεί η εντολή να περάσει άμεσα από το δωμάτιο του μοντάζ. Κόπηκαν ορισμένες σκηνές που θα μπορούσαν να δώσουν περαιτέρω εξηγήσεις λόγου χάρη για τους εξωγήινους. Μετά από αυτό το φίλμ, ο Τζέιμς Κάμερον ωριμάζει και δεν προβαίνει σε αντίστοιχες συμπεριφορές και σφάλματα. Το έργο λειτούργησε ως έμπνευση για αρκετές ταινίες που ακολούθησαν, όπως η «Επαφή» (1997) και η «Άφιξη» (2016), ενώ το φίλμ «Αρμαγεδδών» (1998) δανείζεται πολλά χαρακτηριστικά στοιχεία από τους ήρωες. Πρόκειται για την πρώτη «βουτιά» του δημιουργού σε τόσο βαθιά νερά, αλλά και την γνωριμία του με τα όρια του.

Θα έβαζα με κρατημένη την ανάσα ένα 8,9/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».


Διάρκεια: 2 ώρες και 20 λεπτά

Είδος: Επιστημονικής φαντασίας-Περιπέτεια

Σκηνοθεσία: Τζέιμς Κάμερον

Πρωταγωνιστές: Έντ Χάρις, Μαίρη Ελίζαμπεθ Μαστραντόνιο, Μάικλ Μπίν

#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Θέατρο #JamesCameron #TheAbyss #ScienceFiction #Action #EdHarris #MaryElizabethMastrantonio #MichaelBiehn



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις