«Ελ Γκρέκο» (2007): Ο Γιάννης Σμαραγδής υπογράφει την ευθυγράμμιση του ελληνικού κινηματογράφου με τον ευρωπαϊκό!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Το προηγούμενο μας άρθρο στο «graphic novel» με τίτλο: «1821: Η Αρχή Της Επανάστασης» (2021) ήταν μονάχα η αρχή του νέου μας σύντομου αφιερώματος. Με το έργο του Γιάννη Σμαραγδή με τίτλο: «Καποδίστριας» (2025) να έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις μεγαλύτερες εγχώριες εισπρακτικές επιτυχίες όλων των εποχών, βρίσκουμε την ευκαιρία για μία σειρά δημοσιεύσεων που αφορούν τη φιλμογραφία του δημιουργού. Ο λόγος για την ευρωπαϊκή συμπαραγωγή με τίτλο: «Ελ Γκρέκο» (2006). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο μεταφέρθηκε η βιογραφία του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου από τον εξίσου Έλληνα σκηνοθέτη.
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
στη βενετοκρατούμενη Κρήτη τον 16ο αιώνα. Ο
Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, γόνος σημαντικού τοπικού παράγοντα, θεωρείται ότι έχει
θείο δώρο, το οποίο μετουσιώνεται στην τέχνη του, τη ζωγραφική. Η κόρη του
βενετού Κόμη του Χάνδακα, Φραντσέσκα,
γοητεύεται από το ταλέντο του και αποφασίζει να τον πάρει υπό την προστασία
της. Θα μεταβεί στη Βενετία, όπου θα
μαθητεύσει υπό την καθοδήγηση του Τιτσιάνο,
για να καταλήξει στο Τολέδο της Ισπανίας. Μέσα σε ένα κλίμα καταπίεσης και φόβου, το οποίο εξαπλώνεται από την
Ιερά Εξέταση, ο Δομίνικος ή αλλιώς Ελ Γκρέκο θα προκαλέσει την Εκκλησία με την
τέχνη του, αλλά και με την αλήθεια που αποκαλύπτει μέσα από αυτή.
«Στην καρέκλα του σκηνοθέτη»:
Το
όνομα του υπεύθυνου δημιουργού αναφέρθηκε ήδη στην εισαγωγή, αλλά αξίζει μία εκ
νέου εισαγωγή για τον εν λόγω καλλιτέχνη. Με
καταγωγή από την Κρήτη και σπουδές σε Ελλάδα και Γαλλία, ο κύριος Σμαραγδής
διέκρινε ένα κενό στο χώρο του θεάματος, το οποίο καλούσε προς κάλυψη. Αυτό
δεν αφορούσε τίποτα λιγότερο από την ανάγκη για κινηματογραφική ανάδειξη της
ιστορικής μας κληρονομιάς. Με ταινίες όπως το «Κελλί Μηδέν» (1975), «Το
Τραγούδι Της Επιστροφής» (1983) και «Καβάφης»
(1996) έδειξε την κατεύθυνση που επιθυμούσε να ακολουθήσει.
Προηγήθηκαν,
συνεχίστηκαν και ακολούθησαν τηλεοπτικές δουλειές, που ενίσχυσαν περαιτέρω την εμπειρία του σκηνοθέτη. Με το μικρού
μήκους του φίλμ με τίτλο: «Σπύρος Λούις»
(2004) γίνεται εκ νέου η απόπειρα να περιοριστεί στην ανάδειξη μεγάλων
ελληνικών προσωπικοτήτων, τις οποίες ο κόσμος αγνοούσε ή είχε χάσει επαφή. Το μεγάλο βήμα έγινε με το έργο που
εξετάζεται στην προκειμένη περίπτωση. Το πρόσωπο του κρητικού ζωγράφου, Δομίνικου Θεοτοκόπουλου, δεν είναι
τυχαίο. Πρόκειται για έναν διεθνή καλλιτέχνη, του οποίου η ιστορία δεν ήταν
μονάχα «ελληνική» υπόθεση.
Κατάφερε
λοιπόν, όχι μόνο να εξοικονομήσει τα απαραίτητα κεφάλαια μέσα από μία διεθνή
συμπαραγωγή ανάμεσα σε Ελλάδα, Ισπανία και Ουγγαρία, αλλά και να
συγκεντρώσει ένα εξίσου διεθνές ερμηνευτικό επιτελείο. Αναφορικά με την
σκηνοθεσία αυτή καθ’ αυτή, ο Γιάννης
Σμαραγδής ακολουθεί μία βασική, κλασική κατεύθυνση. Η κάμερα του δεν είναι
δυναμική, αλλά στατική. Αρκείται στο να
ακολουθεί τους ήρωες σε αυθεντικές τοποθεσίες. Τα κάδρα εναλλάσσονται
ανάμεσα σε κοντινά και μεσαία, ενώ δε
λείπει μεταξύ άλλων και το διακριτικό «slow motion».
Με
τα γυρίσματα να πραγματοποιούνται σε αληθινούς χώρους, γραφικά λιμάνια της Κρήτης και της Ρόδου, αλλά και κάστρα της Ισπανίας, δίνεται μία ρεαλιστική υπόσταση στην
ταινία. Το μεγάλο της πλεονέκτημα όμως μπορεί να μετατραπεί σε μείζον μειονέκτημα,
αν λάβουμε υπόψη την απουσία φωτογραφικών ελιγμών. Οι αποχρώσεις της τελικής εικόνας, αν και ενισχύονται από το άψογο έργο
του ενδυματολογικού και σκηνικού τμήματος, αφήνονται αβοήθητες. Ο ρυθμός εντούτοις ακολουθεί συνέπεια και
διατηρεί μία σταθερότητα. Ο τόνος
παραμένει σοβαρός δεδομένων των συνθηκών.
«Στις πόλεις των ηθοποιών»:
Πρωταγωνιστής
στον ομώνυμο ρόλο βρίσκεται ο βρετανικής καταγωγής Νίκ Κλάρκ Γουίντο. Ο
ηθοποιός είναι ένας ικανοποιητικός πρωταγωνιστής, δίχως όμως εμπειρία και
ερμηνευτικό βάρος. Στις σεκάνς, που ο χαρακτήρας του καλείται να αντιδράσει
έντονα και εκτός εαυτού υπάρχει μία διακριτή αμηχανία. Το έργο στηρίζεται πάνω του, και ο ίδιος υποστηρίζεται από την
σκηνοθεσία και τους συμπρωταγωνιστές του.
Συμπρωταγωνιστής
του και συνάμα ανταγωνιστής του είναι ο Χουάν
Ντιέγκο Μπότο στον ρόλο του «Νίνιο
Ντε Γκεβάρα». Ο χαρακτήρας του δεν
καταφέρνει να ξεφύγει από το «κλισέ» του ανταγωνιστή που κινείται από ζήλο και
φθόνο. Ο ερμηνευτής επιτελεί το έργο του με επάρκεια, αν και δεν αποσκοπεί σε κάτι το μοναδικό.
Η
Δήμητρα Ματσούκα στον ρόλο ως «Φραντσέσκα» είναι απολύτως ταιριαστή. Ο
ρόλος της απαιτεί μία γοητευτική και δυναμική παρουσία. Η κυρία Ματσούκα είναι στη θέση να τα προσφέρει και τα δύο, παρά
τους χρονικούς περιορισμούς του χαρακτήρα της.
Ο Λάκης Λαζόπουλος στον ρόλο του «Μανώλου» είναι πολύ καλός. Αν και δεν έχει μεγάλο σκηνικό χρόνο, καταφέρνει να προσδώσει μία αυστηρότητα και σοβαρότητα στον ρόλο του. Ο χαρακτήρας είναι προέκταση του τόνου, με τον ερμηνευτή να το διασκεδάζει στην πορεία.
Η καλύτερη ερμηνεία ίσως έρχεται
από τον αείμνηστο Σωτήρη Μουστάκα που μας δίνει, σα δώρο αποχαιρετισμού τον
δικό του «Τιτσιάνο». Κλέβει την
παράσταση κυριολεκτικά σε μία σκηνή που συμμετέχει και περνάει στην αιωνιότητα.
Δέχτηκε να υποδυθεί τον ρόλο με την
προϋπόθεση να μη λάβει αμοιβή.
Cut! Αυτό ήταν για σήμερα, παιδιά:
Θα έβαζα με έκπληξη ένα 7,8/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».
Διάρκεια: 1 ώρα και 59 λεπτά
Είδος: Βιογραφική-Ιστορική
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σμαραγδής
Πρωταγωνιστές: Νίκ Κλάρκ Γουίντο, Χουάν Ντιέγκο Μπότο, Δήμητρα Ματσούκα, Λάκης Λαζόπουλος, Σωτήρης Μουστάκας.
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #ΓιάννηςΣμαραγδής #ΕλΓκρέκο #Βιογραφία #Ιστορία #ΝικΚλάρκΓουίντο #ΔήμητραΜατσούκα #ΛάκηςΛαζόπουλος #ΣωτήρηςΜουστάκας
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς