«Ο Θεός Αγαπάει Το Χαβιάρι» (2012): Ο Γιάννης Σμαραγδής και η Διεθνής Οδός!

Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;

Έπειτα από μία μακρά για τα δεδομένα μας, αλλά συνάμα σύντομη απουσία από τη συγγραφική δράση για τα δεδομένα της αντικειμενικότητας, επιστρέφουμε για άλλη μία φορά για να ολοκληρώσουμε το ιδιόμορφο αφιέρωμα που αρχίσαμε στις αρχές του έτους. Αυτή τη φορά θα αναφερθούμε στο έργο του έλληνα δημιουργού, Γιάννη Σμαραγδή, το οποίο επανασυστήνει μία από τις κορυφαίες εγχώριες προσωπικότητες των προεπαναστατικών χρόνων. Ο λόγος για την ταινία με τίτλο: «Ο Θεός Αγαπάει Το Χαβιάρι» (2012). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο μετέφερε ο έλληνας δημιουργός την εν λόγω βιογραφία του εθνικού ευεργέτη ονόματι Ιωάννης Βαρβάκης.

Πλοκή;

Βρισκόμαστε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, ο έλληνας κουρσάρος πειρατής του Αιγαίου, Ιωάννης Βαρβάκης, στρατολογείται από τους Ρώσους κατά την περίοδο των «Ορλωφικών». Η επανάσταση κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν ευοδώθηκε και ο Βαρβάκης φυλακίζεται. Ο άπατρις πράκτορας Λεφεντάριος τον ελευθερώνει και εκείνος ταξιδεύει στην τσαρική Ρωσία της Μεγάλης Αικατερίνης. Η Τσαρίνα δε ξεχνάει τις θυσίες του θαλασσόλυκου και του εμπιστεύεται την ασφάλεια και το εμπόριο μίας ευαίσθητης περιοχής της επικράτειας της. Ο Ιωάννης Βαρβάκης θα μεγαλουργήσει στη νέα του θέση, αφού θα καταφέρει να συσκευάσει το εύθραυστο χαβιάρι διατηρώντας φρέσκο κατά τη μεταφορά του σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μέσα σε ένα κλίμα ακατάσβεστης επιθυμίας για ελευθερία και έντονης θέλησης για πλεύση στην ανοιχτή θάλασσα, ο Βαρβάκης θα αναμειχθεί με τα ελληνικά πράγματα για τη νέα τελική ελληνική επανάσταση, αλλά και θα υποφέρει τις συνέπειες της εμφύλιας σύγκρουσης, η οποία θα οδηγήσει στη φυλάκιση του.

«Στην καρέκλα του σκηνοθέτη»:

Ο κύριος Σμαραγδής, όπως ήδη αναφέρθηκε άλλωστε, αναλαμβάνει να μεταφέρει τη συναρπαστική ιστορία του Ιωάννη Βαρβάκη στην ασημένια οθόνη. Έχει ήδη αποδείξει την κινηματογραφική του αξία αφενός μέσα από την πορεία του, αφετέρου μέσα από το φίλμ «Ελ Γκρέκο» (2007) και καταφέρνει να εξοικονομήσει τα απαραίτητα κεφάλαια για το νέο του έργο. Αυτή τη φορά παίρνει τον χρόνο του. Γνωρίζει τον τρόπο που αναπτύσσεται και λειτουργεί η έμπνευση του με αποτέλεσμα να επιμελείται ένα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ για την προσωπικότητα, με την οποία καταπιάνεται. Αυτό φέρει τον τίτλο: «Αναζητώντας τον Ιωάννη Βαρβάκη» (2010), και όπως υποδεικνύει και ο προαναφερθείς τίτλος, ο καλλιτέχνης προβαίνει σε μία ιχνηλάτιση της πορείας του Βαρβάκη, από τα πρώτα χρόνια στα Ψαρά, μέχρι και το πέρασμα του στην Κασπία Θάλασσα και το εμπόριο του χαβιάρι.

Την επόμενη χρονιά αρχίζουν τα γυρίσματα της ταινίας, τα οποία εμπεριέχουν σε μεγάλο βαθμό προφανώς εξωτερικές λήψεις, αλλά και αυθεντικές τοποθεσίες πέρα από τα σύνορα της χώρας μας. Η παραγωγή θα βρεθεί να κινηματογραφεί σκηνές σε Αίγινα, Βοϊδοκοιλιά, Κρήτη, Πύλο, Ψαρά, Αγία Πετρούπολη και Αστραχάν. Η κάμερα συγκρατείται προς τα πίσω και τα τοπία καλύπτονται ικανοποιητικά και στην μέγιστη δυνατή και επιτεύξιμη ολότητα τους. Τα κουστούμια και τα σκηνικά που συνθέτουν το πλαίσιο για ένα επιτυχές ταξίδι στον χρόνο, τροφοδοτούνται από ένα από τα μεγαλύτερα βεστιάρια της Ευρώπης, το «Κορνέχο», που έχει την έδρα του στην Ισπανία. Η πηγή αυτή δεν είναι άγνωστη στον σκηνοθέτη, καθώς είχε συνεργαστεί ξανά με τον εν λόγω οργανισμό για το προηγούμενο του φίλμ. Πέρα από τις ενοικιάσεις των κουστουμιών, κατασκευάστηκαν 300 νέα για τις ανάγκες του έργου.

Ο Γιάννη Σμαραγδής ακολουθεί τη μέθοδο του και βασίζεται για άλλη μία φορά στην τεχνική της αφήγηση των γεγονότων. Βέβαια, εξελίσσει την υπάρχουσα πεπατημένη και διηγείται την ιστορία του μέσα από δύο αφηγητές, έναν αγαπημένο σύμμαχο του ήρωα του και έναν φθονερό του αντίπαλο. Το μοντάζ έρχεται για να ενισχύσει την γενναία οπτική και να δώσει ρυθμό στην ταινία. Η κάμερα εναλλάσσεται ανάμεσα στις σεκάνς και δίνει τον γενικό τόνο, ο οποίος παραμένει σοβαρός. Η σκηνή της πυρπόλησης του λιμανιού των Οθωμανών στη Σμύρνη κινηματογραφείται έξυπνα στο σκοτάδι, ενώ ο εμφύλιος ανάμεσα στους επαναστατημένους Έλληνες υπογραμμίζεται μπροστά σε αρχαία ερείπια δίνοντας τη λεπτή ειρωνεία και τη βαριά τραγωδία του εμφύλιου σπαραγμού.

«Στις πόλεις των ηθοποιών»:

Το ερμηνευτικό επιτελείο είναι διεθνές και πολυτάλαντο. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντάμε τον γερμανικής καταγωγής Σεμπάστιαν Κόχ ως «Ιωάννη Βαρβάκη». Πρόκειται για έναν έμπειρο ηθοποιό που έχει μεταβεί μέχρι και στο Χόλυγουντ. Εντός του φίλμ αποτελεί τον κύριο πυρήνα της δράσης, ενώ η ερμηνεία του κρατάει τόσο τον ρυθμό, όσο και τον τόνο σε μία διαρκή ροή.

Στον ρόλο του ανταγωνιστή «Λεφεντάριου» βρίσκουμε τον ισπανικής προέλευσης Χουάν Ντιέγκο Μπότο. Η συνεργασία του με τον κύριο Σμαραγδή απέδωσε γόνιμους καρπούς με αποτέλεσμα να πρωταγωνιστεί ξανά σε έργο του. Αυτή τη φορά, και λόγω του χαρακτήρα του έχει τη δυνατότητα να αναδείξει το υποκριτικό του εύρος, καθώς οι θεατές τον παρατηρούν σε ένα βάθος χρόνου.

Το ευρωπαϊκό καστ έρχεται να συνδράμει με την ηχηρή της παρουσία η πάντοτε απαστράπτουσα γαλλίδα και πολυβραβευμένη ηθοποιός Κάθριν Ντενέβ ως «Μεγάλη Αικατερίνη». Ο φακός αποδεδειγμένα και διαχρονικά την λατρεύει, με συνέπεια να μην χρειάζεται να κάνει πολλά. Ο ρόλος της είναι περιορισμένος, αλλά η εμφάνιση της αναζωογονητική.

Κλείνοντας με το διεθνές μέρος του ερμηνευτικού συνόλου, ο ρώσος Ευγενί Στρίσκιν και ο βρετανός Τζόν Γκλίς των «Μόντυ Πάϊθονς» μεταφέρουν με ένα παιγνιώδες αίσθημα τους χαρακτήρες τους δρώντας εντός και εκτός της κυρίως ιστορίας.

Ο ελληνικός υποκριτικός πυρήνας απαρτίζεται από τους Άκη Σακελλαρίου (δάσκαλος Κίμων), την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου (κόρη του Βαρβάκη), τον Λάκη Λαζόπουλο (Ψαράς του Θεού), τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη (πρίγκιπας Ποτέμκιν), τον Γιώργο Κοτανιδη (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης) κ.α. Όλοι τους με μεγαλύτερο ή μικρότερο κινηματογραφικό χρόνο πλαισιώνουν με άψογο τρόπο τους διεθνείς συναδέλφους τους, εξυψώνοντας την ελληνική ερμηνεία στα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Cut! Αυτό ήταν για σήμερα, παιδιά:

Η ταινία αποτελεί μία από τις καλύτερες κινηματογραφικές απόπειρες του Έλληνα δημιουργού. Δεν είναι τέλεια. Για να δοθεί περαιτέρω βάθος στην τραγική ζωή του ήρωα, δίνεται το υπόβαθρο μίας εσωτερικής πάλης ανάμεσα στο προσωπικό του συμφέρον και τις σχέσεις του με τους κοντινούς του ανθρώπους, γεγονός που δεν έχει ανάγκη το ιστορικό πρόσωπο για να εξυψωθεί στα μάτια των Ελλήνων και του κόσμου. Ακόμα, δεν αναδεικνύεται σε βάθος, μήτε η συνδρομή του στη «Φιλική Εταιρεία», μήτε το μέγεθος της ευεργεσίας του. Παραμένει εντούτοις ένα έργο που έχει τη δυνατότητα να φέρει εθνική σφραγίδα. Δεν είναι τυχαίο, που κυκλοφόρησε το έτος 2012, εντός της δίνης της οικονομικής κρίσης της χώρας μας, δείχνοντας ένα από τα εκατοντάδες παραδείγματα της διαχρονικής ελληνικής αξίας, σκέψης και πάλης.

Θα έβαζα με έκπληξη ένα 8,2/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».

Διάρκεια: 1 ώρα και 39 λεπτά 

Είδος: Βιογραφική-Ιστορική

Σκηνοθεσία: Γιάννης Σμαραγδής

Πρωταγωνιστές: Σεμπάστιαν Κόχ, Χουάν Ντιέγκο Μπότο, Κάθριν Ντενέβ, Τζόν Γκλίς, Άκης Σακελλαρίου, Λάκης Λαζόπουλος, Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Γιώργος Κοτανίδης.

#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #ΓιάννηςΣμαραγδής #ΟΘεόςΑγαπάειΤοΧαβιάρι #Βιογραφία #Ιστορία #SebastianKoch #CatherineDeneuve #Άκης Σακελλαρίου #ΧριστόφοροςΠαπακαλιάτης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις