«Δον Ζουάν: Πόσο δύσκολο να είσαι άνδρας» (2025): Στην Σκιά Του «Αναρχικού»;
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Λίγο
πριν σβήσουμε το πρώτο μας κεράκι για τον πρώτο -και απίστευτο- χρόνο
λειτουργίας και συγγραφής στο «blog» μας,
«Συγγραφείς Της Ψηφιακής Τραπέζης», αφιερώνουμε δύο άρθρα για δύο εξίσου
πρόσφατες θεατρικές παραστάσεις. Η πρώτη δημοσίευση αφορά τον επαναστατικό για
τα δεδομένα της εποχής και όχι μόνο ήρωα του «Δον Ζουάν». Η ελευθεριάζουσα φύση
του εν λόγω χαρακτήρα, δημιούργημα του ισπανού δραματουργού Τίρσο δε Μολίνα
κατά τον 15ο αιώνα, ενέπνευσε και επηρέασε σε βάθος μεταγενέστερους
συγγραφείς. Πιο γνωστός από όλους δεν είναι άλλος από τον Ζαν Βαπτίστ Ποκλέν ή
για τους φίλους «Μολιέρο». Μέσα από το την πεντάπρακτη κωμωδία του με τίτλο:
«Δον Ζουάν ή Το πέτρινο συμπόσιο» (1665), ο Μολιέρος οικειοποιείται τον ισπανό
χαρακτήρα και του δίνει μία αθάνατη και διαχρονική γοητεία, η οποία συνοδεύει
τον ήρωα σε όλες τις εκδοχές που ακολουθούν. Ο λόγος αυτή τη φορά όμως για τη σύγχρονη
εκδοχή και μεταφορά του έργου στην ελληνική σκηνή με τον καυστικό τίτλο: «Δον
Ζουάν: Πόσο δύσκολο να είσαι άνδρας» (2025). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο συντελείται
η μεταφορά, τι αλλαγές γίνονται στο κείμενο και τους χαρακτήρες, αλλά και αν
διατηρείται η συνοχή κατά τη διαδικασία.
Πλοκή:
Βρισκόμαστε
στη σύγχρονη εποχή ή σε μία αντίστοιχη δυστοπικής πραγματικότητας. Ο Δον Ζουάν
έχοντας αποτύχει να μείνει πιστός στη μέλλουσα σύζυγο του, αλλά και στις
καλλιτεχνικές του δραστηριότητες, επιστρέφει στο παρακμιακό νυχτερινό κέντρο
διασκέδασης του πατέρα του, «Lost & Found» απαιτώντας δανεικά. Ο πατέρας του, εξαντλημένος
από τη δουλειά και τα καμώματα του γιου του, αφήνει το μαγαζί στον Δον Ζουάν
και αποχωρεί. Ο ελευθεριάζων ιδιοκτήτης πια ανακαλύπτει το χάρισμα του να
επηρεάζει με τα λόγια του τις μάζες -στην προκειμένη περίπτωση τους
αποτυχημένους θαμώνες του κέντρου- και να διαμορφώνει ένα ψευτο-φιλοσοφικό
πλαίσιο ερμηνείας και σκέψης. Μέσα σε ένα κλίμα φαινομενικής επικυριαρχίας, ο
ναρκισσιστής Δον Ζουάν θα δημιουργήσει μία τρόπον τινά αίρεση, στην οποία όλα
επιτρέπονται, ασυδοσία που θα τον οδηγήσει στην καταστροφή.
«Στην σκηνή της σκηνοθέτιδας»:
Αν
και το έργο ταυτίζεται σχεδόν προσωποπαγώς με τον πρωταγωνιστή του, Πάνο Βλάχο
ως «Δον Ζουάν», η θέση ευθύνης αναλαμβάνεται από την καλλιτέχνιδα Λητώ
Τριανταφυλλίδου. Η σκηνοθέτις πλέον είχε συνεργαστεί ξανά ως βοηθός τότε με τον
ερμηνευτή στην άκρως επιτυχημένη παράσταση με τίτλο: «Ο τυχαίος θάνατος ενός
αναρχικού» (2023). Με επαρκή δημιουργική ελευθερία και τη συνδρομή τόσο του
κύριου Βλάχου, όσο και της βοηθού της, Τζέσικα Κουρτέση επαναπροσδιορίζουν τον
χαρακτήρα του αντιήρωα και τον μεταφέρουν με σχολαστικό σχόλιο στη σύγχρονη
-ελληνική- πραγματικότητα.
Απώτερος
σκοπός της είναι να επιτρέψει στο θίασο της να «αναπνεύσει» πάνω στην σκηνή. Η
Παναγιώτα Καλλιμάνη, υπεύθυνη για την σκηνική κίνηση δίνει ιδιαίτερο βάρος στη
διαρκή περάτωση της, σωματική και προφορική, η οποία εξυπηρετεί και επικοινωνεί
το τρίπτυχο θεματικό αίσθημα ανάμεσα στην ελευθερία, την ασυδοσία και την
ασυναισθησία. Ο συνεχής λόγος, αν και ζωηρός και προκλητικός, αρχίζει να χάνει
τη δυναμική του συγκρότηση κατά το δεύτερο μισό της παράστασης, γεγονός που
μπορεί να γίνεται σε βαθμό επιτηδευμένα. Ο κόσμος του «Δον Ζουάν» καταρρέει και
αυτό υπογραμμίζεται σε κάθε έκφανση του έργου. Επηρεάζει αισθητά όμως τον
ρυθμό, που κυμαίνεται σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ροής μέχρι και εκείνο το
σημείο. Η ζωντανή μουσική και τα μελωδικά διαλλείματα του Αλέξανδρου Κούρου και
του βοηθού του Βασίλη Γκορίτσα εντείνουν στην ατμόσφαιρα και το εκάστοτε της
πρόσημο, αλλά δε δύνανται να μεταβάλλουν την ανωμαλία στην αφήγηση που
συντελείται.
Το
σκηνικό του Δημήτρη Πολυχρονιάδη είναι βαθύτατα επηρεασμένο από εγχώρια κέντρα
διασκέδασης σε κακόφημες γειτονιές ή αντίστοιχα σε περιφέρεια και επαρχία. Στο
κέντρο έχει στηθεί μία πλατφόρμα πίστας τύπου λαϊκού τραγουδιού, πίσω από την
οποία σηκώνονται καθρέφτες. Εμπρός της βρίσκονται δύο τραπέζια με καρέκλες, τα
οποία εκμεταλλεύονται στο έπακρο για την αλλαγή δυναμικών και θέσεων,
κυριολεκτική και μεταφορική, ανάμεσα στους χαρακτήρες. Με τη συνδρομή της
βοηθού σκηνογράφου, Άννας Σάπκα, στα δεξιά έχει στηθεί το μπαρ, πίσω από το
οποίο βρίσκεται η αληθινή εξουσία του χώρου, ενώ στα αριστερά τα μουσικά όργανα
για τη ζωντανή απόδοση των τραγουδιών. Η εμφάνιση-ανέγερση του αγάλματος είναι
εντυπωσιακή, όπως και η κατάρρευση του, που αντικαθιστά το μαγαζί.
Τα
κουστούμια της Ματίνας Μέγκλα είναι σύγχρονα και ακολουθούν την αισθητική του
περιρρέοντος χώρου, ενώ το αντίστοιχο που ντύνει τον πρωταγωνιστή έχει μία
αναχρονιστική υφή. Οι φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη παρουσιάζουν μία
συνέπεια και συνέχεια. Πέρα από τους νέον φωτισμούς που δεσπόζουν στην σκηνή
καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, η χρωματική παλέτα μεταβάλλεται συχνά.
Διατηρεί εντούτοις μία πυρηνικά ένθερμη ψυχρότητα, βασιζόμενη σε μία μωβ
απόχρωση.
«Στο σανίδι των ηθοποιών»:
Ο
θίασος αποτελείται από έξι ερμηνευτές. Πρωταγωνιστής, όπως προαναφέρθηκε στον
ομώνυμο ρόλο βρίσκεται ο «πολυμήχανος» Πάνος Βλάχος. Ο ηθοποιός είναι πανταχού
παρών και ολόκληρη η παράσταση στηρίζεται επάνω του. Η ερμηνεία του είναι
χειμαρρώδης και παρασέρνει τους συναδέλφους του σε μία έξαλλη πορεία, δίχως
ηθική και μέτρο. Η άνεση του με τον ρόλο έχει ως αποτέλεσμα να έχει έμμεσα μία
καλή επικοινωνία με τους θεατές, αφού ως έναν βαθμό γίνεται ο σύνδεσμός τους με
τον μικρόκοσμο της ιστορίας. Κατά κάποιον τρόπο, ο κόσμος είναι κομμάτι του
έργου, αφού είναι ο αποδέκτης του χαρίσματος του Δον Ζουάν να επικοινωνεί τις
απλοϊκές του ιδέες και να πείθει. Ο κύριος Βλάχος καταφέρνει να διατηρήσει μία
στοιχειώδη συμπάθεια προς τον αντί-ήρωα του μέχρι το τέλος της παράστασης, ενώ
συνθέτει και τραγουδάει την πλειοψηφία των κομματιών που ακούγονται.
Ο
Χριστόδουλος Στυλιανού στον ρόλο του «Πατέρα» (Δον Λουίς) είναι στιβαρός.
Ενσαρκώνει εκείνα τα κλισέ που έχει ανάγκη το έργο για να προβεί στα κοινωνικά
του σχόλια. Η Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη στον ρόλο της παρ’ ολίγον συζύγου (Ελβίρα)
είναι συναισθηματική. Η χημεία της με τον πρωταγωνιστή αποτελεί κλειδί για τον
χαρακτήρα της και την ανάπτυξη του. Η Λήδα Καπνά στον ρόλο της «λαϊκής
τραγουδίστριας» φέρνει την ένταση που χρειάζεται, για να δικαιολογηθεί η
ατμόσφαιρα του χώρου. Κλείνοντας, οι Παναγιώτης Κατσώλης και Μελίνα Βαμπούλα
αποτελούν ένα δίδυμο που ακολουθεί την δική του πορεία, μέχρι να βρεθεί στον
δρόμο τους ο Δον Ζουάν και να τους μεταπείσει για τη φύση των διαπροσωπικών
σχέσεων.
Clap-Clap:
Διάρκεια: 2 ώρες
Είδος: Δράμα
Σκηνοθεσία: Λητώ Τριανταφυλλίδου
Πρωταγωνιστές: Πάνος Βλάχος, Χριστόδουλος Στυλιανού, Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη, Λήδα Καπνά, Παναγιώτης Κατσώλης, Μελίνα Βαμπούλα
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Θέατρο #ΛητώΤριανταφυλλίδου #ΔονΖουάν #Δράμα #ΠάνοςΒλάχος #ΧριστόδουλοςΣτυλιανού
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς