«Η Δούκισσα Της Πλακεντίας» (2026): Μινιμαλισμός και Σαμ Μέντες;
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Ο
λόγος μας είναι νόμος και υπόσχεση, και έπειτα από το άρθρο μας για την
θεατρική παράσταση «Δον Ζουάν», ήρθε
η στιγμή για τη δεύτερη δημοσίευση για θεατρικό έργο. Ο λόγος για την
ολοκαίνουργια παράσταση του αγαπημένου μας μινιμαλιστή δημιουργού, Γιώργου Νανούρη με τίτλο: «Η Δούκισσα Της Πλακεντίας» (2026). Μετά
από τον «Συρανό» και τον «Θάνατο του Εμποράκου» που μας παρουσίασε
δημιουργικά κατά την περσινή θεατρική σεζόν, επιστρέφει στα καλλιτεχνικά
δρώμενα με ένα αυθεντικό κείμενο. Πάμε
να δούμε με ποιον τρόπο μεταφέρεται επί σκηνής η ιστορία της μεγάλης φιλέλληνα,
διατηρώντας παράλληλα την προσωπική του καλλιτεχνική σφραγίδα.
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
στις αρχές του 19ου αιώνα, που ο Δυτικός Κόσμος αρχίζει να
αφουγκράζεται και να υιοθετεί ως στάση ζωής ολοένα και περισσότερο τις ιδέες
του Διαφωτισμού. Η Σοφία Ντε Μαρμπουά
ανήκει σε αυτή τη γενιά και δε θα αργήσει να αναδείξει την εσωτερική της ανάγκη
για δράση, για ζωή πέρα από κοινωνικά στερεότυπα και τάξεις. Με τον τίτλο της
«Δούκισσας» και τη μοναχοκόρη της εξέρχεται από τον γάμο της
και ενθουσιάζεται με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης κατά το 1821. Βλέποντας τα ιδανικά του Διαφωτισμού να
ενσαρκώνονται στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων, στηρίζει οικονομικώς
την εξέγερση. Αποφασίζει να μετακομίσει στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα και εκεί
θα γνωρίσει τον πρώτο της κυβερνήτη, Ιωάννη
Καποδίστρια. Η σχέση τους θα
περιπλεχθεί, αλλά θα γνωρίσει τελεσίδικη λύση εξαιτίας της άδικης δολοφονίας
του. Η Κόμισσα θα παραμείνει στο ελληνικό βασίλειο, όπου η μοίρα θα φέρει
την ίδια και την κόρη της να διεκδικούν τον ίδιο άνδρα. Μέσα σε ένα κλίμα καταπίεσης συναισθημάτων και αποφυγής συνεπειών, η
Κόμισσα μετά το ταξίδι της στην Βυρηττό, θα έρθει αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη
πρόκληση της ζωής της, γεγονός που θα την αλλάξει και στοιχειώσει για πάντα.
«Στην σκηνή του σκηνοθέτη»:
Το
όνομα του υπεύθυνου δημιουργού του έργου έχει ήδη αποκαλυφθεί στον πρόλογο. Αυτό όμως που δεν αναφέρθηκε ήταν ο
πολυπράγμων ρόλο τους κυρίου Νανούρη στην παράσταση του. Για πρώτη φορά ίσως
στη μετέπειτα καριέρα του στηρίζεται αποκλειστικά στο όραμα του και δεν
επιτρέπει σε κανέναν να παρέμβει ή ακόμα και να συνδράμει. Αναλαμβάνει να περατώσει όλους τους κύριους ρόλους που έχει ανάγκη ένα
έργο για να έρθει εμπρός της σκηνής. Γράφει λοιπόν το κείμενο, αναλαμβάνει
την ολοκλήρωση κάθε έκφανσης της σκηνοθεσίας και σαν «ορκισμένος» φωτιστής
επιμελείται κάθε εναλλαγή φωτισμού.
Αναφορικά
με το κείμενο, η μελέτη για το ιστορικό
πρόσωπο είναι εξαιρετική και καλύπτει το σύνολο της ζωής της. Δεν είναι
λίγες οι φορές που ανοιχτά δικαιολογεί και υποστηρίζει τις επιλογές της. Υπάρχει λεπτή αίσθηση χιούμορ, η οποία
λειτουργεί μέσα από την ερμηνεία της Μαρίας
Κίτσου. Κατά το δεύτερο μισό της παράστασης, γίνεται η εισαγωγή του κυρίως
δράματος, το οποίο όμως αν και αυθεντικό, λόγω ιστορικών γεγονότων, δεν
ακολουθεί θεματική αρμονία και ομαλότητα. Οι
θεατές, που μέχρι εκείνη την στιγμή έβλεπαν τον χαρακτήρα της «Δούκισσας» με
μία συμπάθεια, λόγω του φλογερού της χαρακτήρα, καλούνται άμεσα να λυπηθούν και
να την συμπονέσουν. Ο τόνος μεταβάλλεται απότομα και το κοινό απομένει
κάπως συναισθηματικά έκθετο. Προς το τέλος, γίνεται απόπειρα εξισορρόπησης, οποία όμως στηρίζεται και πάλι στη
δύναμη και την ευελιξία της ερμηνείας.
Όσον
αφορά την σκηνοθεσία, αυτή είναι άρρηκτα
συνδεδεμένη με τα αντικείμενα της σκηνής και τον πολυγωνικό φωτισμό. Το
έργο είναι μονόλογος, με την ερμηνεύτρια να στέκεται στο κέντρο της σκηνής. Βρίσκεται επάνω σε μία λεία περιστροφική
πλατφόρμα, της οποία η κίνηση δίνει ένταση στις δραματικές στιγμές. Η ηθοποιός
είναι περικυκλωμένη από μία συστοιχία ανεμιστήρων, οι οποίοι τεχνηέντως
αποκρύπτονται με πρακτικά εφέ, όπως καπνός και φως. Η πρωταγωνίστρια, αν και μόνη της επί σκηνής, κρατάει διαρκώς ένα μακρύ
διάφανο κομμάτι νάιλον, το οποίο πάλλεται συνεχώς από τον διασταυρωμένο αέρα
των ανεμιστήρων. Η οδηγία είναι σαφής. Το διάφανο αυτό κομμάτι χρησιμεύει
ως ένδυμα, ως πρόσωπο και ως συναίσθημα.
Οι
φωτισμοί έρχονται να ενισχύσουν την ατμόσφαιρα και να καλύψουν την σκηνή. Έχουμε ενδιαφέροντες συνδυασμούς ανάμεσα
στο γαλάζιο φόντο και το κίτρινο φως. Αναλαμπές, σαν ψυχρές αστραπές για να
αναδείξουν την καταιγίδα κυριολεκτική και μεταφορική. Αποχρώσεις του κόκκινου για να υπογραμμίσουν τη δολοφονία, αλλά και
του χαλκοπράσινου για να εντείνουν στον εξωτικό περιβάλλοντα χώρο της ανατολής
και της θλίψης.
«Στο σανίδι της ηθοποιού»:
Πρωταγωνίστρια
και στον ομώνυμο ρόλο βρίσκουμε την κυρία Κίτσου.
Αν και μονόλογος, η ερμηνεύτρια έχει τη
δυνατότητα να ελιχθεί ανάμεσα σε ορισμένους χαρακτήρες, αλλά και την ικανότητα
να τους μεταφέρει με ξεχωριστό τρόπο. Ένας από τους ρόλους της είναι αυτός της
αφηγήτριας. Μιλάει σε τριτοπρόσωπη αφήγηση και αποτελεί τον συνδετικό κρίκο με
το κοινό. Σαν «Δούκισσα» είναι
εξαιρετική, με μία αριστοκρατική περηφάνια, η οποία εξυψώνει το κείμενο και το
μεταφέρει με επάρκεια. Η δυναμική της εικόνα όμως καταρρέει και έχουμε την
ευκαιρία να δούμε την Μαρία Κίτσου
που γνωρίσαμε από τις δραματικές τηλεοπτικές σειρές. Ως κόρη «Ελίζα» υποκρίνεται τη νεανική συστολή, η οποία σε συνδυασμό
με τη σύντομη ενσάρκωση της οικιακής βοηθού διαμορφώνει ένα ανάλαφρο κλίμα.
Το
πιο απολαυστικό της προφίλ εντούτοις αναδεικνύεται σε μικρές καίριες δόσεις. Κρατάει το μικρόφωνο της, γέρνει προς αυτό
και επωμίζεται τον ρόλο του νεαρού Μαυρομιχάλη, υπασπιστή του βασιλιά Όθωνα.
Μετά βεβαιότητας, μπορούμε να πούμε ότι επιθυμούμε εντόνως έναν ακόμη μονόλογο
με κεντρικό πρόσωπο τον Ηλία «Κατσάκο»
Μαυρομιχάλη και την κυρία Κίτσου
να πρωταγωνιστεί. Πρόκειται για το
τελευταίο εύθυμο διάλειμμα της παράστασης, παράλληλα δίνει στην πρωταγωνίστρια
έναν χαρακτήρα με τον οποίο μπορεί να δουλέψει σε ένα ελεύθερο πλαίσιο.
Clap-Clap:
Κλείνοντας,
το έργο αποτελεί αυτοτελές δημιούργημα
του Γιώργου Νανούρη. Διακρίνουμε τυχόν συνειρμικές επιρροές. Η ευρεία χρήση του νάιλον παραπέμπει σε μία
αντίστοιχη σεκάνς στο «American
Beauty» (1999) του Σάμ
Μέντες. Ο ρυθμός είναι καλός, αν και ο τόνος παρουσιάζει διακυμάνσεις, οι
οποίες «ανησυχούν» σε συναισθηματικό πάντοτε επίπεδο τους/τις θεατές.
Αναμένουμε κι άλλες πρωτότυπες δουλειές από τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες.
Θα έβαζα με συναισθηματικό σκεπτικισμό ένα 7,4/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».
Διάρκεια: 1 ώρα και 15 λεπτά
Είδος: Μονόλογος-Βιογραφία-Δράμα
Σκηνοθεσία: Γιώργος Νανούρης
Πρωταγωνιστές: Μαρία Κίτσου
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Θέατρο #ΓιώργοςΝανούρης #ΗΔούκισσαΤηςΠλακεντίας #Μονόλογος #ΜαρίαΚίτσου
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς