«Οι Δέκα Εντολές» (1956): Κινηματογραφικό Έπος 70 Ετών!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Με
τη Μεγάλη Εβδομάδα να παρέρχεται,
αποφασίζουμε να αφιερώσουμε δύο άρθρα για τα δύο αντίστοιχα μεγαλύτερα
κινηματογραφικά έργα βιβλικού περιεχομένου. Η πρώτη δημοσίευση αφορά μία προσωπική σκηνοθετική υπόσχεση. Ο
λόγος για την αριστουργηματική ταινία επικών διαστάσεων με τίτλο: «Οι Δέκα Εντολές» (The Ten Commandments,
1956). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο η βιομηχανία του θεάματος ξεπέρασε τον
εαυτό της και παρέδωσε στο κοινό της ένα
κινηματογραφικό θέαμα, όμοιο του δεν είχε παρουσιάσει ξανά μέχρι εκείνη την στιγμή.
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
στον 13ο αιώνα π.Χ. που οι αιγυπτιακές δυναστείες διαδέχονται η μία
την άλλη και κυβερνούν στον γνωστό κόσμο. Ο
εβραϊκός λαός του Ισραήλ βρίσκεται υπόδουλος των Αιγυπτίων, οι οποίοι τους
αναγκάζουν να χτίζουν τις μεγαλοπρεπείς τους πόλεις. Κατά τη βασιλεία του Σέτι Α΄ ακούγεται μία προφητεία
λύτρωσης και σωτηρίας από τον αιγυπτιακό ζυγό. Σύμφωνα με αυτή, ο λυτρωτής θα γεννηθεί και θα ελευθερώσει
τους δούλους από τα βάσανα της σκλαβιάς. Ο Φαραώ, ακούγοντας την, διατάζει
να σκοτωθούν όλα τα αγόρια που γεννήθηκαν εκείνη την χρονιά. Ένα καταφέρνει να
επιβιώσει και να βρεθεί από την αδελφή του Φαραώ, Μπίθια. Αυτό το αγόρι θα
ονομαστεί Μωυσής και θα γίνει ένας από τους πιο ξακουστούς πρίγκιπες της
Αιγύπτου. Το μυστικό του εντούτοις θα αποκαλυφθεί και ο ίδιος θα διωχθεί
από τον ετεροθαλή του αδελφό, Ραμσή Β΄.
Μέσα σε ένα κλίμα δουλείας, καταπίεσης,
θεϊκής παρέμβασης, προσωπικού αγώνα, Πληγών και Εξόδου, ο Μωυσής θα λυτρώσει
τον λαό του, όπως υποσχέθηκε ο Θεός.
«Στον θρόνο του σκηνοθέτη»:
Για
πρώτη φορά αναφερόμαστε στην «καρέκλα»
του σκηνοθέτη ως «θρόνο», καθώς ο εν
λόγω δημιουργός επανδρώνει αυτό που εμείς αποκαλούμε (ίσως αυθαίρετα) ως «σκηνοθέτη πρώτης γενιάς». Αυτός δεν
είναι άλλος από τον «θεολόγο» Σεσίλ ΝτεΜίλ. Ο καλλιτέχνης βρίσκεται
πίσω από 81 φίλμ, ενώ αποτέλεσε έναν
από τους πρωτεργάτες, τους πρώτους κοινωνούς του κινηματογραφικού μέσου. Κάναμε λόγο για προσωπική υπόσχεση.
Πράγματι, το έργο που εξετάζεται δεν μπορεί να μην προσδιοριστεί ως κάτι το
προσωπικό, δεδομένου ότι ο ΝτεΜίλ είχε
επιμεληθεί μία εκδοχή της ιστορίας κατά τη δεκαετία του ’20 και του βουβού
κινηματογράφου. Στο τέλος της καριέρας, αλλά και της ζωής του επιστρέφει
στην ιστορία που τον επηρέασε και τον συγκίνησε όπως καμία άλλη!
Αυτή τη φορά όμως οι συνθήκες έχουν
αλλάξει, ο κινηματογράφος έχει
αποκτήσει φωνή, χρώμα, μέχρι και πρακτικά εφέ που προκαλούν με την
ευρηματικότητα τους σύγχρονους κινηματογραφιστές. Ο δημιουργός με τη δύναμη και
την εμπειρία που έχει συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια, αποφασίζει να αποδώσει την ιστορία με τη μέγιστη δυνατή πιστότητα που
της αξίζει, μία θεματική που εισάγεται εντός του έργου, «Έτσι
γράφτηκε, έτσι θα γίνει». Μεταφέρει την παραγωγή του στην Αίγυπτο, με το επιτελείο και τα αρμόδια τμήματά του
φιλοτεχνεί σκηνικά σε αληθινή κλίμακα. Πύργοι, ναοί, αγάλματα, όλα είναι
αληθινά, πραγματικά, ρεαλιστικά. Δεν
έχει σκοπό να αποκρύψει με σκηνοθετικούς ελιγμούς τυχόν αστοχίες και ελλείψεις,
αλλά να αναδείξει το μεγαλείο της ιστορίας, επιδεικνύοντας παράλληλα τις
σκηνοθετικές του δυνατότητες.
Θα μείνουμε στο ενδυματολογικό και σκηνογραφικό τμήμα, καθώς συντελούν από κοινού στο «θαύμα» που φθάνει να καλύψει την ασημένια οθόνη. Κουστούμια όλων των πιθανών αποχρώσεων και υφασμάτων κατακλύζουν τα κινηματογραφικά καρέ και δίνουν μία ποικιλόμορφη διάσταση σε κάθε σκηνή ανεξαιρέτως. Βαριές πανοπλίες από αληθινό μέταλλο, ένας πραγματικός εφιάλτης για τους ερμηνευτές και ηθοποιούς, και όμως αυτές επιλέγονται, και αυτές συνδράμουν στην αισθητική ατμόσφαιρα που δεν γνωρίζει καλλιτεχνικά όρια. Η ταινία όμως κατέχει και μία ακόμη πρωτιά και αυτή είναι η συγκέντρωση μεγάλων αριθμών βοηθητικών ηθοποιών. Συγκεκριμένα και δίχως καμία απολύτως υπερβολή, χρησιμοποιήθηκαν 14.000 κομπάρσοι και 15.000 ζώα για τις ανάγκες των σεκάνς της «Εξόδου».
Αναφορικά με την σκηνοθεσία αυτή καθ’ αυτή, ο Σεσίλ ΝτεΜίλ ακολουθεί μία εξαιρετική παραδοσιακή προσέγγιση, αυτή του δράματος, του θεάτρου. Η κάμερα του ακολουθεί τους ήρωες σε κάποια αίθουσα, κάποιο δώμα και παραμένει σταθερή για τις ερμηνείες τους. Ελάχιστες φορές αφήνει την στατικότητα της και κινείται. Η σκηνοθετική κατεύθυνση συνιστά κίνηση εντός του κάδρου και ενίσχυση αυτής από τα προαναφερόμενα καλλιτεχνικά τμήματα. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως ο ρυθμός επωμίζεται το βάρος της σκηνοθεσίας. Αν και η διάρκεια της αγγίζει τις τέσσερις ώρες, η ροή της πλοκής παρουσιάζει μία ολοένα σταδιακή πρόοδο, η οποία κλιμακώνει με κάθε ευκαιρία, είτε σε επίπεδο ιστορίας, είτε ερμηνείας. Ο τόνος διατηρεί και ενισχύει ολότελα τη σοβαρότητα του με την εμφάνιση έκφανσης του Θεού.
Θα
αποτελούσε κρίμα και παράλειψη, αν δεν
προβαίναμε στην αναφορά έστω των πρακτικών και συνάμα ψηφιακών εφέ που διαθέτει
το φίλμ. Δε θα αναφερθούμε στις μινιατούρες που χρησιμοποιήθηκαν για να
καταστραφούν. Θα μιλήσουμε εντούτοις για την «Φλεγόμενη Βάτο» και την τεχνική της «διπλής έκθεσης». Με τον θάμνο να είναι αληθινός, οι τεχνικοί
τοποθέτησαν σωλήνες αερίου για τις φλόγες, τις οποίες κινηματογράφησαν
ασπόμαυρα και τις πρόσθεσαν εκ νέου. Ο «Πύρινος
Στύλος» από την άλλη που εμποδίζει τον αιγυπτιακό στρατό από το να περάσει,
είναι ένα από τα πρώτα πετυχημένα δείγματα χρήσης «animation» σε «live
action» περιβάλλον. Το
χώρισμα όμως της «Ερυθράς Θάλασσας» είναι ο πραγματικός θρίαμβος επί του πεδίου!
Χρησιμοποιήθηκαν μεγάλες διαφανείς δεξαμενές νερού, στις οποίες έριξαν εξίσου
μεγάλες ποσότητες νερού. Οι
κινηματογραφιστές ωστόσο συμπεριέλαβαν στο έργο την αντιστροφή της κίνησης του
νερού, για να φανεί η διάνοιξη του.
«Στο παλάτι των ηθοποιών»:
Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο επικός ερμηνευτής Τσάρλτον Ίστον στον ρόλο του «Μωυσή». Ο ηθοποιός είχε συμμετάσχει σε πλήθος τηλεοπτικών επεισοδίων και φίλμ, αλλά αυτό το έργο τον καταξίωσε αναδεικνύοντας όλες τους τις αρετές. Είναι η επιτομή της αρρενωπότητας, στηρίζει την αρχοντιά της αιγυπτιακής αυλής, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί κάτι το λαϊκό, το ανθρώπινο, γεγονός που θα βοηθήσει στη μετάβαση του χαρακτήρα του.
Από το «διάλειμμα» (intermission)
και μετά ο Ίστον μετατρέπεται σε έναν αγγελιοφόρο του Θεού και η ερμηνεία του
αποκτά αμέσως περισσότερο βάρος. Η φωνή
του γίνεται πιο βαθιά, οι κινήσεις του πιο μετρημένες και η εμφάνιση του
αλλάζει κάθε φορά που συναντάει μία από τις μορφές του Θεού (στον οποίο
δίνει την επεξεργασμένη του πλέον φωνή). Ο σκηνοθέτης είχε δηλώσει ότι επέλεξε
τον Τσάρλτον Ίστον για τον ρόλο,
λόγω της ομοιότητας του με το αντίστοιχο άγαλμα που φιλοτέχνησε ο Μιχαήλ Άγγελος, ενώ τον «μικρό
Μωυσή» ενσαρκώνει ο νεογέννητος γιος του ερμηνευτή, Φρέϊζερ Ίστον.
Ο Γιούλ Μπρίνερ ανέλαβε να σταθεί απέναντι του ως συμπρωταγωνιστής, αλλά και αντίπαλος στον ρόλο του «Ραμσή Β΄». Το έτος 1956 είναι η καταλυτική χρονιά για την καριέρα του ηθοποιού. Με την ταινία «Ο Βασιλιάς Και Εγώ» και τις «Δέκα Εντολές» προέβηκε σε ένα άνευ προηγουμένου καλλιτεχνικό άνοιγμα για τα δεδομένα της εποχής, το οποίο τον καταξίωσε σχεδόν αμέσως. Εντός του ρόλου είναι εξαιρετικός, υιοθετεί χαρακτηριστικά κακομαθημένου παιδιού, αλλά πετυχαίνει να διατηρήσει το κύρος του ανταγωνιστή.
Μάλιστα, καταλήγει να είναι μία
τραγική φιγούρα, αφού καταδίωξε τον Μωυσή και τον Θεό του, όχι από προσωπική φιλοδοξία, αλλά για να αποδείξει σε μία γυναίκα που
δεν τον αγάπησε ποτέ, πως μπορεί να τα καταφέρει. Ο Μπρίνερ βλέποντας την εγγενή ρώμη του συμπρωταγωνιστή του αποφάσισε
να γυμνάσει το κορμί του εντατικά, ώστε να μπορεί να σταθεί επάξια απέναντι
του, ενώ διατήρησε το ξυρισμένο κεφάλι
καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του μετά από την επιτυχία του φίλμ.
Το
εκρηκτικό δίδυμο πλαισιώνουν οι Αν
Μπάξτερ (Νεφρετίρι), Έντουαρντ Τζ.
Ρόμπινσον (Ντέϊθαν), Τζός Ντέρεκ
(Ιησούς του Ναυή) και Ιβόν Ντε Κάρλο
(Σεπφώρα). Η διανομή είναι απόλυτα ταιριαστή. Η Μπάξτερ φέρνει κάτι το σύγχρονο και το καταστροφικό στον ρόλο της ως
μία ιδιόμορφη «femme
fatale». Ο Ρόμπινσον
αναλαμβάνει χρέη δευτερεύοντα ανταγωνιστή και διατηρεί τη σύγκρουση ανάμεσα
στην πίστη και την έπαρση της αλαζονείας. Ο Ντέρεκ είναι ο «λαϊκός»
χαρακτήρας, και ως εκ τούτου λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα στον κόσμο και το
κοινό. Τέλος, η Ντε Κάρλο αποτελεί
τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος του έργου.
Cut! It’a
a
masterpiece:
Κλείνοντας, η ταινία στέκεται εδώ και 70 χρόνια ως μία ηχηρή απόδειξη του μεγαλειώδους θαύματος της 7ης τέχνης. Η απόπειρα να μεταφερθεί με αυτό τον τρόπο η συγκεκριμένη ιστορία μπορεί να θεωρηθεί και «φαραωνική». Στη σύγχρονη εποχή δε θα μπορούσε ποτέ να αποδοθεί τόσο άρτια και μεστά. Προφανώς, το παράδειγμα ακολούθησαν και άλλοι, σε κινηματογράφο και τηλεόραση. Ίσως, ο Ρίντλεϊ Σκοτ με το φίλμ του με τίτλο: «Έξοδος: Θεοί Και Βασιλιάδες» (2014) να δοκίμασε να καταφέρει το αδύνατο, αλλά και πάλι το κινηματογραφικό θαύμα δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο…
Θα έβαζα με αίσθημα πλήρους θαυμασμού το απόλυτο 10/10 σε κλίμακα μέτρησης «thank you for the memories».
Διάρκεια: 3 ώρες και 40 λεπτά
Είδος: Βιβλικό Έπος
Σκηνοθεσία: Σεσίλ Ντε Μιλ
Πρωταγωνιστές: Τσάρλτον Ίστον, Γιουλ Μπρίνερ, Αν Μπάξτερ, Έντουρντ Τζ. Ρόμπινσον, Τζός Ντέρεκ, Ιβόν Ντε Κάρλο
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #CecilDeMille #TheTenCommandments #Epic #CharltonHeston #YulBrynner
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς