«Μπεν Χουρ» (1959): Το Καταλυτικό Έπος που έσωσε μία πίστη και ακύρωσε μία χρεοκοπία!

Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;

Δε θα μπορούσε να αφήσουμε τη γιορτινή περίοδο του Πάσχα, δίχως να μιλήσουμε για άλλο ένα έργο, το οποίο αποτελεί την απόλυτη επιτομή του κινηματογραφικού έπους. Ο λόγος για την οσκαρική ταινία με τίτλο: «Μπεν Χουρ» (Ben-Hur, 1959). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο μεταφέρθηκε η εν λόγω ιστορία πίστης, αλλά και το παρασκήνιο αυτής της θρυλικής απόπειρας.

Πλοκή;

Βρισκόμαστε στον 1ο αιώνα μ.Χ. στην Ιουδαία. Ο εβραίος πρίγκιπας Ιούδας Μπεν Χουρ ασχολείται με την οικογένεια του και την περιουσία του, όταν ενισχύσεις του ρωμαϊκού στρατού καταφθάνουν στην πόλη. Αυτές οι λεγεώνες βρίσκονται υπό τις διαταγές του χιλίαρχου Μεσσάλα, παιδικού φίλου του Ιούδα. Η συνάντηση τους γίνεται στο πλαίσιο μνήμης και νοσταλγίας, αλλά η σχέση τους θα διαταραχθεί, με το που ο Μεσσάλας απαιτήσει την στήριξη του Μπεν Χουρ εναντίον των συμπατριωτών του. Ο τελευταίος θα αρνηθεί και ο πρώτος θα θεωρήσει την κίνηση ως προδοτική. Όταν ο νέος ύπαρχος φθάσει στην πόλη, η οικογένεια του οίκου του Χουρ θα βρεθεί σε δεινή θέση από ατύχημα. Θα συλληφθούν και ο Ιούδας θα τιμωρηθεί με υπηρεσία στις ρωμαϊκές γαλέρες. Μέσα σε ένα κλίμα αδικίας, τιμωρίας, θεϊκής παρέμβασης, αντοχής, ο Μπεν Χουρ θα καταφέρει να επιβιώσει και να ζητήσει εκδίκηση από τον παιδικό του φίλο για το έγκλημα που διέπραξε εναντίον της οικογένειας του.

«Στην καρέκλα του σκηνοθέτη»:

Σε αντίθεση με τον Σεσίλ ΝτεΜίλ, τον σκηνοθέτη των «Δέκα Εντολών» (1956), ο δημιουργός πίσω από το φίλμ που εξετάζεται, ανήκει σε ένα άλλο είδος καλλιτεχνών. Η καριέρα του δε σημαδεύτηκε από μεγαλειώδη έπη, αλλά από προσωπικές ιστορίες, όπως το «Τα Καλύτερα Χρόνια Της Ζωής Μας» (1946) και το «Διακοπές Στη Ρώμη» (1953). Το όνομα του; Γουίλιαμ Γουάϊλερ! Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να διατηρήσει την προσωπική του σφραγίδα, όσον αφορά τη ψυχογραφία των ηρώων του, αλλά και να τους εντάξει σε έναν επικό κόσμο, που θα θαύματα είναι επιτεύξιμα και οι ζωές των χαρακτήρων θα κριθούν από το αποτέλεσμα μίας βάναυσης αρματοδρομίας.

Αρχικά, ο Γουάϊλερ μεταφέρει την παραγωγή του στην Ιταλία και κυριολεκτικά κάνει απότομη προσγείωση στη Ρώμη και κυριεύει το ιταλικό κινηματογραφικό στούντιο της «Τσινετσιτά». Με ένα πολυάριθμο συνεργείο αρχίζει η απαιτητική διαδικασία της προπαραγωγής. Κουστούμια ράβονται, σκηνικά χτίζονται, ενώ η κάμερα προβάρει τις κινήσεις της. Δύο από τα κινηματογραφικά σετ που κατασκευάζονται προκαλούν τις δυνατότητες της ίδιας της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Το πρώτο είναι αυτό που καταλαμβάνει την σκηνή της «ναυμαχίας». Πρόκειται για μία σύμπραξη αυτού που αποκαλούμε κινηματογραφική μαγεία. Σε μία ειδική πισίνα τοποθετήθηκαν πάνω από σαράντα πλοία-μινιατούρες, οι οποίες κοσμούσαν το φόντο της σεκάνς, ενώ για τις ανάγκες των γυρισμάτων και της πλοκής κατασκευάστηκαν αυθεντικά πλοία μεγάλης κλίμακας. Αυτά μεταφέρθηκαν σε κοντινή θάλασσα και τα υπόλοιπα ανήκουν στην αλληλουχία των κινηματογραφικών καρέ.

Το δεύτερο και πιο σπουδαίο σετ είναι αυτό της «αρένας της Αντιόχειας». Πρόκειται για μία αληθινή κατασκευή, η οποία καταλάμβανε μήκος 450 μέτρων και ύψος πέντε ορόφων. Μεταφέρθηκε ειδική άμμος που δε θα σήκωνε σκόνη και δε θα έκρυβε τη μεγαλοπρέπεια της σκηνής. Τα γυρίσματα διήρκησαν τρεις μήνες περίπου για την εν λόγω σεκάνς, που καταλαμβάνει μονάχα κάτι περισσότερο από είκοσι λεπτά του συνολικού κινηματογραφικού χρόνου. 

Εξαιτίας εντατικών γυρισμάτων, η σκηνοθεσία της σκηνής αφέθηκε στη δεύτερη μονάδα σκηνοθεσίας, αλλά και στους βοηθητικούς ηθοποιούς, κασκαντέρ. Αυτοί αποφάσισαν, πέρα από τα γενικά πλάνα, να εισέλθουν δυναμικά στην αρένα και να τοποθετήσουν τις κάμερες δίπλα και πάνω στα άρματα. Το αποτέλεσμα τους δικαίωσε επαρκώς, με την αρματοδρομία να γράφει ιστορία και να αποτελεί το σήμα κατατεθέν του έργου. Προφανώς, υπήρξαν και απρόοπτα, αλλά αυτά ακριβώς ήταν που κρατήθηκαν εντός της ταινίας και συνάρπασαν.

Αναφορικά με την σκηνοθεσία αυτή καθ’ αυτή, ο Γουίλιαμ Γουάϊλερ βρίσκεται στην τέλεια ισορροπία. Ας μη ξεχνάμε, ότι το φίλμ είναι μία ιστορία παράλληλη με αυτή του Χριστού. Πετυχαίνει λοιπόν να εμφανίζει τη φιγούρα του Ιησού Χριστού σε κομβικά σημεία, αλλά δε δείχνει ποτέ το πρόσωπο του. Αντιθέτως, στηρίζεται στις εκφράσεις των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω του. Με αυτό τον απλό σκηνοθετικό ελιγμό ενισχύει την ατμόσφαιρα του Θείου και δίνει άλλη διάσταση στο συνολικό του έργο. Ο ρυθμός είναι καλός, παρά τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας. Οι σκηνές διαλόγου, αν και εκτενείς, είναι βαθιά «ρομαντικές» και προσωπικές. Οι σεκάνς δράσης συνήθως διαθέτουν ένα χαρακτηριστικό, μέσα από το οποίο δίνεται ο εκάστοτε ρυθμός, όπως το διαρκές τύμπανο στη ναυμαχία. Ο τόνος δεν μπορεί παρά αυστηρός και σοβαρός να διατηρηθεί, λόγω των θεματικών που αναπτύσσονται.

«Στο σετ των ηθοποιών»:

Πρωταγωνιστής του φίλμ είναι για άλλη μία φορά ο «τιτάνας» Τσάρλτον Ίστον στον ρόλο του «Μπεν Χουρ». Οι ήρωες εποχής εξάλλου αποτελούν το δυνατό στοιχείο του ερμηνευτή και ο ίδιος τους μεταφέρει με το κατάλληλο βάρος, εκτόπισμα και ρώμη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Ίστον έχει την ευκαιρία να μεταφέρει μία άκρως συναισθηματική έκφανση του χαρακτήρα του, και το κάνει. Χωρίς την παρουσία του, το έργο δε θα ήταν το ίδιο, παρά το μέγεθος της παραγωγής και την σκηνοθεσία. Ο διάλογος αποφεύγει από το να κουράσει λόγω της μεταφοράς του από τον ηθοποιό.

Ανταγωνιστής θα μπορούσε να είναι ο Γιούλ Μπρίνερ, όπως άλλωστε και στις «Δέκα Εντολές» (1956), αλλά αρνήθηκε τον ρόλο, με αποτέλεσμα ο Στέφεν Μπόιντ να γίνει ο «Μεσσάλας». Ο ερμηνευτής διατηρεί ένα ατσάλινο αυστηρό βλέμμα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Είναι συμπαγής, το ιδανικό αντίπαλο δέος του ήρωα. Απουσιάζει από τη δεύτερη πράξη του φίλμ, αλλά η επανεμφάνιση του έρχεται με την εισαγωγή του συναισθήματος του φόβου. Το πιο δυνατό κομμάτι της ερμηνείας του έρχεται στον επίλογο του χαρακτήρα του, που στέκεται τραυματισμένος.

Το εκρηκτικό δίδυμο πλαισιώνουν οι Τζακ Χόκινγκς (Κουίντος Άριος), Χάγια Χαράρετ (Εσθερ) και Χιού Γκρίφιν (Σεΐχης Ίλντεριμ), οι οποίοι μοιράζονται τις σκηνές του με τον Τσάρλτον Ίστον. Είναι οι συναισθηματικές του άγκυρες, οι οποίες προχωρούν την πλοκή και την περαιτέρω ανάπτυξη του χαρακτήρα του.

Cut! Thats a wrap:

Κλείνοντας, το έργο αποτέλεσε ένα μεγάλο στοίχημα για δύο λόγους. Ο συγγραφέας του αντίστοιχου βιβλίο, Λί Γουάλας, γράφοντας το και ερευνώντας, βρήκε την πίστη του στον Χριστιανισμό. Στα πλαίσια της κινηματογραφικής βιομηχανίας, γλίτωσε το στούντιο παραγωγής της «MGM» από χρεοκοπία και του έδωσε εκ νέου κύρος με την απόσπαση έντεκα βραβείων όσκαρ, ρεκόρ που κατάφεραν να φθάσουν μόνο ο «Τιτανικός» (1997) και ο «Άρχοντας Των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή Του Βασιλιά» (2003).

Θα έβαζα με αίσθημα πλήρους θαυμασμού το απόλυτο 10/10 σε κλίμακα μέτρησης «thank you for the memories».

Διάρκεια: 3 ώρες και 32 λεπτά

Είδος: Βιβλικό Έπος

Σκηνοθεσία: Γουίλιαμ Γουάϊλερ

Πρωταγωνιστές: Τσάρλτον Ίστον, Στέφεν Μπόιντ, Τζακ Χόκινγκς, Χάγια Χαράρετ, Χιού Γκρίφιν

#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #WilliamWyler #BenHur #Epic #CharltonHeston #StephenBoyd

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις