«Μεσολόγγι» του Δημητρίου Φωτιάδη (1987): Το Βιβλίο Κειμήλιο Του Μεγάλου Αγώνα!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Κατά
τη νύχτα της 10ης και ξημερώματα της 11ης Απριλίου του 1826, ανήμερα της Κυριακής των Βαΐων, οι ηρωικοί
υπερασπιστές του Μεσολογγίου πραγματοποιούν τη λεγόμενη «Έξοδο». Το σχέδιο τους είναι
να εγκαταλείψουν αθόρυβα το κάστρο του Μεσολογγίου, έπειτα από έναν χρόνο
πολιορκίας από τον οθωμανό τούρκο Ρεσίτ Πασά ή αλλιώς Κιουταχή και τον σύμμαχό
του, τουρκοαιγύπτιο Ιμπραήμ Πασά. Σαν
σήμερα, ανήμερα της γιορτής της ορθοδοξίας μας, της Κυριακής Των Βαΐων,
ολοκληρώνονται 200 χρόνια από την υπέρτατη πράξη αυτοθυσίας και αυταπάρνησης.
Εμείς με τη σειρά μας αποφασίζουμε να αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο σε ένα
βιβλίο που βασίστηκε και γράφτηκε σε βιωματικές μαρτυρίες μέσα από το κάστρο
του Αιτωλικού ή «Αντελικού» κάμπου. Ο λόγος για το
βιβλίο του Δημήτριου Φωτιάδη με τον
μονολεκτικό και ομώνυμο τίτλο: «Μεσολόγγι»
(1987). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο
γράφτηκε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της νεότερης ιστορίας του
Ελληνισμού!
Υπόθεση;
Βρισκόμαστε
στα μέσα της ελληνικής επανάστασης το 1825. Στα μέσα του έτους αρχίζει η τρίτη και οριστική πολιορκία του
Μεσολογγίου, θέση και τοποθεσία κλειδί για την άμυνα της Στερεάς Ελλάδας. Ο
Κιουταχής, ένας από τους πιο αδυσώπητους και ικανούς στρατηγούς της οθωμανικής
αυτοκρατορίας πολιορκεί το κάστρο του Μεσολογγίου με μεγάλη στρατιωτική δύναμη.
Εντός της πόλης και στα γύρω νησιά της λιμνοθάλασσας
οι Έλληνες αμύνονται σθεναρά υπέρ πίστεως και πατρίδας. Ορισμένες από τις πιο
γνωστές οικογένειες βρίσκονται εντός των τειχών, όπως οι Μποτσαραίοι και Τζαβελαίοι,
φατρίες που κατέβηκαν από το Σούλι. Η πολιορκία όμως καθιστά τον κάθε έναν και
τη κάθε μία από τους υπερασπιστές ήρωες. Μέσα
σε ένα κλίμα ασφυκτικού κλοιού, γενναίων αντεπιθέσεων (γιουρούσι), ακατανίκητης
πείνας, κυβερνητικής αδιαφορίας και εχθρικών ενισχύσεων, ο Νικόλαος Κασομούλης
θα βρεθεί στην πλευρά των υπερασπιστών και θα καταγράψει όλα όσα συνέβησαν, ενώ
θα λάβει μέρος στην ηρωική «Έξοδο».
«Η πένα του συγγραφέα»:
Αναφέρθηκε
ήδη ο άνθρωπος πίσω από το βιβλίο που εξετάζουμε, αλλά δεν αναφερθήκαμε στο
πρόσωπο που γράφει, στη ζωή του, τους σκοπούς του. Ο Δημήτριος Φωτιάδης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1898 και βίωσε την
καταστροφή της πατρίδας και τον επακόλουθο ξεριζωμό σε όλο του το μέγεθος.
Αυτό τον παρακίνησε να γράψει αφενός για τις δικές του εμπειρίες, αφετέρου για
τη σύγχρονη τότε ιστορία του Ελληνισμού, κάνοντας
μία ιστορική έρευνα για τα γεγονότα του δεκαετούς Αγώνα της Ελληνικής
Επανάστασης και της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821. Μέσα από το συγγραφικό
του έργο κατάφερε να επαναφέρει τον ενδιαφέρον του κόσμου για την ίδια του την
ιστορία, καθώς έγραψε σε δημοτική γλώσσα. Πέτυχε
να μετατρέψει την εμπειρία της ανάγνωσης σε βίωμα και ως εκ τούτου την επαφή με
την ιστορία σε ένα ταξίδι στον χρόνο.
Το
ομώνυμο βιβλίο του βασίζεται στα χειρόγραφα απομνημονεύματα του Αγωνιστή και
ιστοριογράφου Νικόλαου Κασομούλη με τίτλο:
«Ενθυμήματα Στρατιωτικά». Αν και ο Κασομούλης δεν πρόλαβε ποτέ να δει
το πολύτιμο του έργο να εκδίδεται, ο Γιάννης Βλαχογιάννης ήταν ο πρώτος που
ασχολήθηκε με τα χειρόγραφα του και επιμελήθηκε την έκδοση τους. Μία διαδικασία
εξαιρετικά απαιτητική και δύσκολη, αν λάβει κανείς υπόψη του τις χιλιάδες
σελίδες με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπος ο Βλαχογιάννης,
αλλά και τη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν. Ο
Φωτιάδης ήρθε σε επαφή και με τα δύο έργα κατά τη διάρκεια της εξορίας του στον
Άη Στράτη.
Το τελικό βιβλίο που παραδίδει
διατηρεί ως έναν βαθμό την γλώσσα της εποχής.
Αρκετές λέξεις χρησιμοποιούνται αυτούσιες, επαναλαμβάνονται και εξηγούνται στην
πορεία. Οι περιγραφές είναι άκρως
λεπτομερείς, γεγονός που δίνει μία άνευ προηγουμένου αξία στο γραπτό αυτό μέσο.
Ο/Η αναγνώστης εισέρχεται μεταφορικά μέσα από την ανάγνωση των σελίδων στο
κάστρο του Μεσολογγίου, υπερασπίζεται τον «Φράχτη»,
την ακτή των γύρω νησιών οχυρωμένος/η πάντοτε στις «ντάπιες». Η αναφορά στα
ιστορικά πρόσωπα είναι εκτενέστατη. Καταλαβαίνουμε ότι δεν ήταν μονάχα ο
λόρδος Μπάϋρον, ο φιλέλληνας ποιητής,
που βρέθηκε στο Μεσολόγγι, αλλά μία ολόκληρη τάξη φιλελλήνων προερχόμενοι από την
Γερμανία, την Ιταλία και την Πολωνία. Μάλιστα,
πολλοί από αυτούς ως μηχανικοί επάνδρωσαν τις ντάπιες και τις έδωσαν ονόματα
βάσει της εθνικότητας τους.
Ο συγγραφέας καταφέρνει να γίνει
στην πράξη ο ίδιος ο Νικόλαος Κασομούλης και να αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο από την
στιγμή που ο Αγωνιστής καταφέρνει να βρεθεί εντός του κάστρου. Οι μικρές ιστορίες εντούτοις κάνουν τη διαφορά,
μικρές στιγμές ανθρωπισμού, ηρωισμού, θεϊκής παρέμβασης και τύχης. Τα παραδείγματα
είναι πολλά και αναφέρονται διαρκώς. Στο
κομμάτι του επιλόγου και κατ’ επέκταση της «Εξόδου» είναι ένα από τα πλέον άμεσα
βιωματικά. Η αγωνία των πεινασμένων, τραυματισμένων και ασθενών μαχητών, οι
μακάβριες αποφάσεις να θανατωθούν γυναίκες και παιδιά, για να μην πέσουν στα
χέρια των οθωμανών, οι ενστάσεις των ιερωμένων σε αυτές τις απάνθρωπες μαύρες
σκέψεις. Όλα είναι εκεί, στέκονται σα
μία ζωντανή μαρτυρία ανθρώπων που ξεπέρασαν τις δυνάμεις τους και γνώριζαν το
τέλος τους, πριν αυτό τους βρει.
«Λίγο πριν την τελευταία σελίδα»:
Η πολιορκία του Μεσολογγίου δε μοιάζει με τις υπόλοιπες που έχουν συντελεστεί ανά τα χρόνια. Είναι αδικία και οριακά βλασφημία πρωτίστως για τους ανθρώπους που πέθαναν εκεί, να συγκρίνεται η υπεράνθρωπη τους προσπάθεια να διατηρήσουν την ελευθερία τους, με άλλους υπερασπιστές ανά τα χρόνια. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, όλοι μαζί έδειξαν μέσα από την καρτερική του επιμονή και υπομονή τόσο στην αχανή οθωμανική αυτοκρατορία, όσο και στην εγκληματικά αδιάφορη κυβέρνηση του Ναυπλίου, ότι καμία δύναμη δεν μπορεί να δαμάσει την ελληνική ψυχή που υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια και επιλέγει το θάνατο από τη ζωή στην υποτέλεια, «Προτίμησαν να μείνουν λεύτεροι εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με τον Χάρο». Δόξα και τιμή στους ηρωικούς και ηρωικές υπερασπιστές του Μεσολογγίου.
Συγγραφέας: Δημήτρης Φωτιάδης
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς