«Το Βασίλειο Της Φωτιάς» (2002): Δράκοι και Μεταποκάλυψη!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Σε
αυτό το άρθρο θα κάνουμε ένα «διάλειμμα» από τις σειρές δημοσιεύσεων και θα
προβούμε σε ένα εξειδικευμένο αφιέρωμα. Αυτό αφορά μονάχα ένα κινηματογραφικό
έργο και είναι αφιερωμένο στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Έναν χρόνο πριν,
είχαμε μιλήσει για την ταινία «Έραγκον» (2006). Φέτος διατηρούμε την εστίαση μας
στη θεματική που εμπεριέχει «δράκους». Ο λόγος λοιπόν για το φίλμ καταστροφής
και μεταποκάλυψης με τίτλο: «Το Βασίλειο Της Φωτιάς» (Reign Of Fire, 2002). Πάμε να
δούμε, με ποιον τρόπο ένα έργο μέτριων εισπράξεων κατάφερε να γίνει «cult» φαινόμενο!
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
στις αρχές του 21ου αιώνα στο Λονδίνο της Αγγλίας. Ο νεαρός Κουίν
αναζητάει τη μητέρα του σε ένα υπόγειο εργοτάξιο, όταν οι εργάτες ξυπνούν κατά
λάθος έναν δράκο. Ο κόσμος τυλίγεται στις φλόγες και ένας καταστροφικός πόλεμος
ανάμεσα σε ανθρώπους και δράκους ξεκινάει. Μετά από 18 χρόνια, ο Κουίν ηγείται ενός
οικισμού ανθρώπων. Έχουν βρει καταφύγιο στα ερείπια ενός ορεινού μεσαιωνικού
κάστρου. Κάποια στιγμή, μία αμερικάνικη στρατιωτική μονάδα φθάνει στο κάστρο
υπό τις διαταγές του «κυνηγού δράκων» ονόματι Βαν Ζαντ. Μέσα σε ένα κλίμα
φωτιάς, στάχτης και αντικρουόμενων συμφερόντων, Κουίν και Βαν Ζαντ θα έρθουν αντιμέτωποι,
ενώ ο αρχηγός των δράκων απειλεί να κατακάψει την τελευταία ελπίδα που έχουν οι
άνθρωποι.
«Στην
καρέκλα του σκηνοθέτη»:
Υπεύθυνος
για τη μεταφορά αυτού του ευτυχούς και φανταστικού συνδυασμού είναι ο Ρόμπ
Μπόουμαν. Ο εν λόγω δημιουργός ανήκε στο τηλεοπτικό πλατό για πολλά χρόνια και
με αυτή την ταινία αποπειράται τη μετάβαση του στο κινηματογραφικό σετ. Η
πορεία της καριέρας του έδειξε ότι δε στέφθηκε υπό επιτυχία, αλλά αναφορικά με
αυτή την ταινία, η προσέγγιση παραμένει μοντέρνα και πρωτότυπη. Αν και έχει στα
χέρια του μία ιστορία που είναι βαθιά εμποτισμένη και επηρεασμένη με στοιχεία
παραμυθιού, αποφασίζει να υιοθετήσει τη γραμμή της εποχής και να την καλύψει με
ένα πέπλο σκληρού ρεαλισμού.
Θα
μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα συνονθύλευμα κινηματογραφικών
ειδών. Είναι φίλμ καταστροφής λόγω του πλαισίου, μεταποκάλυψης λόγω της πλοκής
και πολέμου λόγω της προσέγγισης. Από κοινού με τον κινηματογραφιστή του,
Άντριαν Μπίντλ, χρησιμοποίησε την τεχνική «bleach bypass», με απώτερο σκοπό να αφαιρέσει το χρώμα από τα
κάδρα και να αποδώσει την τελική εικόνα με ουδέτερες αποχρώσεις γκρίζου και
μαύρου. Αυτή η αισθητική επιλογή επηρέασε μετέπειτα δοκιμές ανάδειξης ενός μεταποκαλυπτικού
περιβάλλοντος σε φίλμ όπως το «Ο Δρόμος» (2009), «Ο Εξολοθρευτής: Σωτηρία» (2009)
και το «Εκλεκτός» (2010).
Αναφορικά
με την σκηνοθεσία αυτή καθ’ αυτή, ο Μπόουμαν μεταφέρει την παραγωγή του στα
βουνά της Ιρλανδίας για να πετύχει την ατμόσφαιρα της ιστορίας του. Η κάμερα
είναι δυναμική, αρέσκεται να «κρύβεται» σε σκοτεινούς χώρους, αλλά και να «κυνηγά»
τους πρωταγωνιστές σε σκηνές αγωνίας. Ελλείψει οικονομικών πόρων και ψηφιακών
μέσων, οι «δράκοι» δεν εμφανίζονται διαρκώς και αποκρύπτονται τεχνηέντως. Κρατούνται σε απόσταση και
βρίσκονται στο επίκεντρο του κάδρου, μονάχα όταν το απαιτεί η πλοκή, μία
γνώριμη τακτική από τα «Σαγόνια Του Καρχαρία» (1975) του Στήβεν Σπίλμπεργκ.
Ο
ρυθμός του έργου είναι εξαιρετικά καλός, δεν έχει χρόνο για χάσιμο και δεν
αφήνει τον εαυτό του σε «θεωρητικές αναζητήσεις». Κάθε σκηνή εξυπηρετεί την
επόμενη και κάθε σχέση ανάμεσα στους χαρακτήρες προετοιμάζει τη σύγκρουση ή το
συναισθηματικό αντίκτυπο. Ο τόνος ακολουθεί τις επιταγές της ατμόσφαιρας, είναι
δηλαδή μουντός και σκοτεινός. Οι δράκοι παρομοιάζονται ως η απόλυτη κατάρα του
ανθρώπινου γένους, από το οποίο δεν υπάρχει σωτηρία. Μία σύντομη σεκάνς αφήνει τους/τις
θεατές να «χαλαρώσουν», όχι επειδή η κατάσταση βελτιώνεται, αλλά επειδή οι ήρωες
παίζουν ένα θεατρικό, υποδυόμενοι χαρακτήρες του «Πολέμου των Άστρων» για να
διασκεδάσουν τα μικρά παιδιά.
«Στο
σετ των ηθοποιών»:
Η
ταινία είναι μία από εκείνες τις περιπτώσεις, που συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό πρωτοκλασάτων
ερμηνευτών, προτού οι καριέρες τους προλάβουν να αναπτυχθούν. Στον
πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκουμε τον Κρίστιαν Μπέιλ ως «Κουίν». Ο ηθοποιός δεν
χρειάζεται συστάσεις πλέον, είναι ένας από τους καλύτερους της γενιάς του, και
το αποδεικνύει ήδη από τα πρώτα του βήματα. Έχει ηχηρό ερμηνευτικό εκτόπισμα,
ενώ το βλέμμα του διατηρεί τον παιδικό του τραύμα. Αυξάνει το ρυθμό ομιλίας
του, για να επικοινωνήσει τον εγγενή του τρόμο και δίνει συναισθηματικό πάθος
στον χαρακτήρα του.
Ένας
από τους συμπρωταγωνιστές και συνάμα κύριος ανταγωνιστής του είναι ο Μάθιου
Μακόναχι στον ρόλο του «Βαν Ζαντ». Δεύτερος ερμηνευτής που έχει αποδείξει
πολλαπλώς την αξία του σε κινηματογράφο και τηλεόραση. Εκείνη την περίοδο, αλλά
και τη δεκαετία που ακολούθησε, ο ηθοποιός επιχειρούσε να ξεφύγει από το είδος
των ρομαντικών κομεντί. Το πλήρωμα του χρόνου δεν έφθασε μέσα από αυτό το φίλμ,
αλλά ο Μακόναχι πετυχαίνει να φέρει κάτι από τον «Συνταγματάρχη Κέρτζ» του
Μάρλον Μπράντο στην «Αποκάλυψη Τώρα» (1979). Στον ρόλο του είναι τρομερός, ενώ
η ερμηνεία επικοινωνείται με την «μανία» στα μάτια του. Κατά τη διάρκεια των
γυρισμάτων, απέφευγε να βγει από τον ρόλο του, ενώ στην σκηνή πάλης με τον
αντίστοιχο ήρωα του Μπέιλ, δεν κράτησε πίσω τα χτυπήματα του προς έκπληξη όλων.
Στο
δίδυμο προστίθεται ο Τζέραρντ Μπάτλερ στον ρόλο του «Κρίντι». Κομμάτι του τόνου
και της περιορισμένης του αυξομείωσης αναλαμβάνεται να μεταφερθεί από τον ίδιο
τον ηθοποιό, ο οποίος είναι ιδιαίτερα άνετος σε έναν από τους πρώτους του
ρόλους. Τέλος, η Ιζαμπέλα Σκορούπκο στον ρόλο της «Άλεξ» αποδεικνύει γιατί ήταν
ένας από τους καλύτερους γυναικείους χαρακτήρες σε έργα «Τζέιμς Μποντ» της δεκαετίας
του ’90. Είναι μαχητική, είναι παθιασμένη και αποτελεί τον κατάλληλο συνδετικό
κρίκο ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές.
Cut! It’s a dragon!
Κλείνοντας, η ταινία δεν αποτέλεσε εισπρακτική επιτυχία, αλλά γνώρισε την ηθική καταξίωση -που ενδεχομένως να άξιζε- στην πορεία. Ακόμη και σήμερα, ο κόσμος ως έναν βαθμό αγνοεί την ύπαρξη της, γεγονός που μετατρέπει το συγκεκριμένο άρθρο σε ένα αντίστοιχο που αναφέρεται σε «κυνήγι θησαυρού και κρυφών διαμαντιών». Σε μία εποχή που η βιομηχανία του θεάματος επανεκδίδει και επανακυκλοφορεί τις παλιές της ιστορίες, το «Βασίλειο Της Φωτιάς» αναμένει τη δικαίωση του!
Θα έβαζα με έκπληξη 8,2/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».
Διάρκεια: 1 ώρα και 41 λεπτά
Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
Σκηνοθεσία: Ρομπ Μπόουμαν
Πρωταγωνιστές: Κρίστιαν Μπέιλ, Μάθιου Μακόναχι, Τζέραντ Μπάτλερ, Ιζαμπέλα Σκορούπκο
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #RobBowman #ReignOfFire #ScienceFiction #ChristianBale #MatthewMcConaughey
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς