«Όπου Τολμούν Οι Αετοί» (1968): Όταν ο πόλεμος στην οθόνη έγινε διασκέδαση στο σετ!

Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;

Η πρώτη φάση του αφιερώματος μας σε κινηματογραφικά έργα με θέμα ομάδες δολιοφθορέων και σαμποτέρ στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο ολοκληρώνεται με μία καταλυτική ταινία της υποκατηγορίας. Ο λόγος για το φίλμ με τίτλο: «Όπου Τολμούν Οι Αετοί» (Where Eagles Dare, 1968). Πάμε να δούμε με ποιόν τρόπο μεταφέρθηκε στην ασημένια οθόνη το πιο απολαυστικό έργο του είδους.

Πλοκή;

Βρισκόμαστε στον εναέριο χώρο των Βαυαρικών Άλπεων στα μέσα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ο ταγματάρχης της MI6, Τζον Σμιθ, έχει τη διαταγή να παρεισφρήσει στο αρχηγείο των Γερμανών Ναζί, με ονομασία «Κάστρο Των Αετών», με απώτερο σκοπό να διασώσει έναν Αμερικανό στρατηγό, που διαθέτει ζωτικής σημασίας λεπτομέρειες για την επιχείρηση «D-Day». Γρήγορα όμως θα αποδειχθεί, ότι βρίσκεται προδότης ανάμεσα στην ομάδα κρούσης. Ο Σμίθ με τον αξιωματικό Μόρις Σέιφερ θα αποπειραθούν να τον ή τους ανακαλύψουν, πριν διασώσουν τον στρατηγό. Μέσα σε ένα εκρηκτικό κλίμα αγωνίας, αναρρίχησης, κατασκοπείας, παραπλάνησης και προδοσίας, κανένας δεν είναι αυτό που δείχνει, με την αλήθεια να είναι το πρώτο θύμα της δολιοφθοράς.

«Στην καρέκλα του σκηνοθέτη»:

Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ταινιών που επιλέξαμε για το προκείμενο μας αφιέρωμα, αυτό το φίλμ δεν στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα. Ίσα-ίσα, τα παραβλέπει επιδεικτικά, με το σκηνικό τμήμα να λαμβάνει ελευθερίες ως προς την προσθήκη ελικοφόρων και τροχοφόρων οχημάτων που δεν συνάδουν με την εποχή. Εντούτοις, στηρίζεται στην επιθυμία του κύριου ερμηνευτή και μετέπειτα πρωταγωνιστή του έργου, Ρίτσαρντ Μπάρτον, να συμμετάσχει σε μία ιστορία που είναι μία «καθαρόαιμη» ταινία δράσης και περιπέτειας. Έχοντας αυτό το κίνητρο κατά νου, πλησίασε τον γνώριμο του παραγωγό, Έλιοτ Κάστνερ, και του ζήτησε τη χάρη. Ο Κάστνερ γνωρίζοντας πως αυτή η ευκαιρία δεν του δινόταν κάθε ημέρα, επιστράτευσε με τη σειρά του τον βετεράνο σεναριογράφο Άλιστερ Μακλίν, που έγραψε τα «Κανόνια Του Ναβαρόνε» (1961).

Ο Μακλίν, που είχε πέσει σε δυσμένεια λόγω των πολιτικών του φρονημάτων, όχι μόνο δέχτηκε να γράψει το σενάριο, αλλά το κυκλοφόρησε και σε μορφή βιβλίου, προτού η ταινία βρεθεί να προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ο παραγωγός δεν επέλεξε κάποιον πρωτοκλασάτο δημιουργό, αλλά έναν λιγότερο γνωστό, που είχε όμως τη φήμη του «αποτελεσματικού». Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Μπράιαν Τζ. Χάτον, ο οποίος επιβεβαίωσε την αξία του με το παραπάνω! Ο καλλιτέχνης βασίστηκε στον συνδυασμό των ειδών, και ως επί το πλείστον στην αντίθεση. Κάθε σκηνή εξελίσσεται μέσα από αυτό το σύνδρομο, διατηρώντας το «σασπένς» καθ’ όλη τη διάρκεια, αφού ό,τι στήνεται στην αρχή, αναιρείται σύντομα στην πορεία.

Οι πρωταγωνιστές είναι εν γένει αντίθετοι χαρακτήρες. Κινηματογραφούνται σε δύο χρόνους, αντίθετους μεταξύ τους, με τα γενικά τους κάδρα να είναι εκτός κινηματογραφικού σετ, ενώ τα κοντινά τους αντίστοιχα εντός. Η προδοσία επιφέρει αναταραχή εξυπηρετώντας αντίθετα κίνητρα για τον εκάστοτε ηρώα. Η διάσημη μακροσκελή σεκάνς λόγου χάρη στη σάλα πλημμυρίζει από αντιθέσεις, οι οποίες εξελίσσονται κάθε φορά που εισάγεται έναν νέος χαρακτήρας. Μέχρι και η δομή του φίλμ είναι χωρισμένη στα δύο, το πρώτο κομμάτι σχετίζεται με τη μυστική είσοδο στο κάστρο και την αποκάλυψη της πλεκτάνης, ενώ το δεύτερο με την εκκωφαντική έξοδο και την καταιγιστική περιπέτεια. 

Ο Χάτον, ως ένας σκηνοθέτης που σέβεται τον εαυτό του, δεν απομένει μόνο στην ασφάλεια του κινηματογραφικού σετ. Αντιθέτως, μεταφέρει την παραγωγή του στο μέρος, όπου απαιτεί το σενάριο, και η ατμόσφαιρα αλλάζει. Το κάστρο είναι αληθινό, όπως και τα τελεφερίκ, χώροι που διαδραματίζουν μεγάλο ρόλο σε μία από τις πολλαπλές κλιμακώσεις. Βέβαια, οι δύο χώροι δεν σχετίζονται μεταξύ τους στην πραγματικότητα, αλλά η μαγεία του μοντάζ κάνει τα αδύνατα, δυνατά! Η κάμερα του είναι δυναμική και μεθοδική, ενώ δίνει την αίσθηση ότι θεμελιώνει διαρκώς την ανατροπή που έρχεται. Ο ρυθμός, παρά τη γενική διάρκεια είναι καλός, ενώ ο τόνος ακολουθεί μία σταθερή πορεία, δίχως αυξομειώσεις.

«Στο σετ του ηθοποιού»:

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκουμε τον Ρίτσαρντ Μπάρτον ως «Ταγματάρχη Τζον Σμιθ». Ο ερμηνευτής, ως ένας από τους πιο μεστούς πρωταγωνιστές των ιστορικών-θρησκευτικών επών, εισήλθε σε μία ευγενή κόντρα με τους θετούς του γιους (παιδία της Ελίζαμπεθ Τέιλορ), οι οποίοι τον προκάλεσαν να συμμετάσχει σε κάτι περισσότερο περιπετειώδες. Έτσι κι έγινε, ο Μπάρτον διατηρεί την κούραση της ηλικίας, αλλά και της φυσικής του κατάστασης και την εντάσσει οργανικά στον χαρακτήρα του. Αποδεικνύει το εκτόπισμα του στην προαναφερθείσα σκηνή στη σάλα. Καταφέρνει δίχως υπερβολές, να μπερδέψει ηθοποιούς και θεατές. Στις σεκάνς δράσης χρησιμοποιεί κασκαντέρ και δεν ντρέπεται καθόλου για αυτό. Μάλιστα, κατά την παραμονή του στην Αυστρία, μετέτρεψε το κελάρι στο προσωπικό του «ησυχαστήριο», στο οποίο γλεντοκοπούσε μαζί με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και άλλους στενούς φίλους.

Στον ρόλο του συμπρωταγωνιστή συναντάμε τον «καβαλάρη» του σινεμά, Κλιντ Ίστγουντ ως «Μόρις Σέιφερ». Ο ηθοποιός είχε μόλις επιστρέψει από την Ευρώπη και τα «σπαγγέτι γουέστερν» του Σέρτζιο Λεόνε, όταν βρέθηκε στο κοστούμι του «σαμποτέρ». Ο ρόλος του είναι καθαρά υποστηρικτικός και δεν του επιτρέπεται να παρεκκλίνει πολύ από το σκληρό προφίλ, που εισήγαγε στα έργα «γουέστερν». Βέβαια, είναι πολύ καλός σε αυτό που του ανατίθεται και το υποστηρίζει στο έπακρο. Ρεαλιστικά, το σχέδιο της ομάδας θα αποτύγχανε, αν δεν υπήρχε η «φονική παρουσία» του χαρακτήρα του. Στις αντιρρήσεις που έφερνε, σκηνοθέτης και σεναριογράφος τον καθησύχαζαν λέγοντας του, ότι ο χαρακτήρας του κινεί την δράση και ο αντίστοιχος του Μπάρτον την πλοκή.

Cut! It’s a wrap:

Κλείνοντας, η ταινία «Όπου Τολμούν Οι Αετοί» είναι γεμάτη με εκρήξεις, καταδιώξεις, πλεκτάνες, προδοσίες και σφαίρες. Δε δημιουργήθηκε για να προβληματίζει, μήτε για να θέσει ηθικά διλήμματα, ούτε καν για να αναδείξει μία «χαμένη» ιστορία γενναιότητας και ηρωισμού. Ο σκοπός της ύπαρξης της είναι πολύ πιο ρηχός από αυτό και δεν είναι άλλος από το να διασκεδάσει. Οι ανατροπές είναι διαρκείς και επικοινωνούνται με σοβαρότητα από τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, παρά το γεγονός ότι έρχονται, για να αναιρεθούν απευθείας. Χάτον και Ίστγουντ θα συνεργαστούν ξανά στο «Kelly’s Heroes» (1970) διατηρώντας την περιπετειώδη δράση με την ανάλαφρη κωμωδία.

Θα έβαζα με διάθεση για να ανέβω σε ένα τελεφερίκ 8,6/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».


Διάρκεια: 2 ώρες και 38 λεπτά

Είδος: Πολεμική-Κατασκοπική

Σκηνοθέτης: Μπράιαν Τζ. Χάτον

Πρωταγωνιστές: Ρίτσαρντ Μπάρτον, Κλιντ Ίστγουντ, Μαίρη Ούρι, Πάτρικ Γουάιμαρκ

#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #Τηλεόραση #BryanGHutton #WhereEaglesDare #War #Spy #Drama #RichardBurton #ClintEastwood 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις