«Ο Βασιλιάς Των Λιονταριών» (1994): Ο Επικός "Βρυχηθμός" που θα μας Θυμίζει για πάντα την Παιδική μας Ηλικία!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Με
αυτό το άρθρο θα κάνουμε ένα σύντομο ταξίδι στον χρόνο και θα επιστρέψουμε σε
μία από τις ομορφότερες περιόδους του ανθρώπου, την παιδική του ηλικία. Ο λόγος
για το πολυαγαπημένο έργο κινουμένων σχεδίων με τίτλο: «Ο Βασιλιάς Των
Λιονταριών» (Lion King, 1994). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο κατάφερε ένα
δευτεροκλασάτο σχετικά πρότζεκτ να αποτελέσει κινηματογραφικό θρίαμβο και να
σημαδέψει τα παιδικά χρόνια των νεαρών από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και
εξής!
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
στην αφρικανική σαβάνα, στο βασίλειο της «Περήφανης Γης». Αρχών όλων των ζώων
και πλασμάτων είναι ο βασιλιάς Μουφάσα, ο οποίος παρουσίασε τον γιο και διάδοχο
του, Σίμπα, σε όλους τους υπηκόους του. Μονάχα ένας έλειπε από αυτή την ιερή
τελετή, ο Σκαρ, αδελφός του βασιλιά. Η ζήλια και ο φθόνος του θα τον αναγκάσουν
να μηχανευτεί ένα σχέδιο εξόντωσης της βασιλικής οικογένειας. Με συμμάχους του τις
αδηφάγες ύαινες θα εκθρονίσει τον Μουφάσα και θα εξορίσει τον Σίμπα στην έρημο
για να πεθάνει. Το μικρό λιοντάρι όμως θα διασωθεί από ένα ξεκαρδιστικό δίδυμο,
τον Τιμόν και τον Πούμπα, και δε θα αργήσει να επιστρέψει και να διεκδικήσει τη
θέση του στο βασίλειο. Μέσα σε ένα κλίμα μοχθηρίας, ενοχής, δόλου και
αυτογνωσίας, η ισορροπία θα επιστρέψει και ο «Κύκλος Της Ζωής» θα συνεχιστεί.
«Στην
καρέκλα του σκηνοθέτη»:
Για
να εξετάσουμε την ταινία και την επιτυχία της, πρέπει να εξετάσουμε την εποχή
που κυκλοφόρησε. Η εταιρεία παραγωγής της «Ντίσνεϋ» κατά τη δεκαετία του ’90 προβαίνει
σε ένα νέο κινηματογραφικό άνοιγμα μέσα από την παραγωγή κινουμένων σχεδίων.
Στόχος της σε αυτή την χρονική περίοδο δεν είναι να περάσει κρυφά μηνύματα και
να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες ατζέντες και κουλτούρες, αλλά να δώσει στους/στις
θεατές κλασικές ιστορίες με βάθος, διαχρονικά διδάγματα και συναισθηματικό αντίκτυπο.
Απώτερος σκοπός της η συγκέντρωση βραβείων και η νίκη της κατά τη βραδιά
απονομής των Όσκαρ.
Αυτός
είναι και ο λόγος, που οι αρμόδιοι διαχειριστές της εταιρείας παραγωγής,
έχοντας στα χέρια τους δύο εν δυνάμει ιστορίες που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν
προκρίσεις και τίτλους, χώρισαν το καλλιτεχνικό τους προσωπικό σε δύο ομάδες.
Το βάρος έπεσε στην πιο κλασική ιστορία, αυτή της «Ποκαχόντας» ενισχύοντας το
σύνολο των αποκαλούμενων «Πριγκιπισσών της Ντίσνεϋ». Η «αδιάφορη» ιστορία
ενηλικίωσης ενός λιονταριού εμπιστεύθηκε σε προσωπικό και συνεργείο που δε
διέθετε μεγάλη εμπειρία και ως εκ τούτου λιγότερη εποπτεία και έλεγχο. Ακριβώς όμως
εκείνη την στιγμή τέθηκαν τα θεμέλια του θριάμβου!
Σκηνοθέτες
του φίλμ ορίστηκαν οι άσημοι Ρότζερ Άλλερς και Ρομπ Μίνκοφ. Με την αχαλίνωτη
δημιουργία και έμπνευση όμως, που είθισται να διακατέχει τους νέους ανθρώπους,
οι δύο καλλιτέχνες ακολούθησαν έναν ξεχωριστό δρόμο κινούμενοι σε ένα μη
ασφαλές και πεπατημένο πλαίσιο. Βιντεοσκόπησαν και παρατήρησαν αληθινά
λιοντάρια διαφόρων ηλικιών, για να διακρίνουν τις κινήσεις και συμπεριφορές τους, και στη συνέχεια να τις απεικονίσουν στα
προσωπικά τους σχέδια. Οι Άλλερς και Μίνκοφ πέρα από την πιστότητα επιθυμούσαν
να προσδώσουν μία επική αισθητική, αντίστοιχη του «Λώρενς Της Αραβίας». Έτσι
σχεδίασαν μέρη, όπως ο «Βράχος της Περηφάνιας» με εντυπωσιακό μέγεθος και
τοποθεσίες με απίστευτο βάθος πεδίου.
Δίχως
εγωισμό και έπαρση εμπιστεύτηκαν τους συνεργάτες τους και τους ενέπλεξαν στη
διαδικασία της σκηνοθεσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εναρκτήρια σκηνή,
η οποία θα ήταν πολύ διαφορετική από αυτό που εν τέλει αντίκρισε το κοινό. Το
θέμα και κατ’ επέκταση το μουσικό κομμάτι του Χανς Ζίμμερ άλλαξε τα σχέδια των
δημιουργών δίνοντας από τα πρώτα δευτερόλεπτα το στοιχείο του έπους που
αναζητούσαν. Η σεκάνς από την άλλη με την ορμητική κάθοδο του κοπαδιού των Γκνου
ήταν η πιο δύσκολη και χρονοβόρα, λόγω της ψηφιακή της εγκατάστασης, μίας τεχνικής
που γεννιόταν εκείνη την εποχή.
Η
σκηνοθεσία αυτή καθ’ αυτή σφύζει από ζωηράδα και ζωντάνια. Η κίνηση της κάμερας
είναι διαρκής και έντονη, με έγκαιρες παύσεις και αργόσυρτες σκηνές, για να
λειτουργήσει σε συναισθηματικό επίπεδο. Η κινηματογράφηση και η φωτογραφία
αποδίδεται μέσα από μία πανδαισία αποχρώσεων και χρωμάτων, οι οποίες
πλαισιώνονται από τραγούδια που πλέον αποτελούν κινηματογραφική και μουσική
ιστορία. Οι πηγές έμπνευσης και οι επιρροές είναι τόσες πολλές που ο συνδυασμός
τους φαντάζει σχεδόν αδύνατος. Η ιστορία ενηλικίωσης συναντά τον σαιξπηρικό «Άμλετ»,
ενώ οι αντίπαλοι αποδίδουν τη δική τους εκδοχή του «Θριάμβου Της Θέλησης», με
τον ρυθμό να απολαμβάνει εξαιρετική ροή και τον τόνο να σοβαρεύει, όπου
χρειάζεται. Ευφυέστατο!
«Στο
μικρόφωνο των ηθοποιών»:
Η
δημοσίευση αφορά τη μεταγλωττισμένη εκδοχή του έργου, επομένως θα εστιάσουμε
και θα μιλήσουμε ως επί το πλείστον για τις ελληνικές φωνές που έδωσαν ζωή στους
χαρακτήρες. Εντούτοις, ο Τζέιμς Έρλ Τζόουνς ως «Μουφάσα» είναι ιδανικός,
δεδομένης της βαθιάς αρχοντιάς που διέθετε η χροιά της φωνής του. Στον
αντίποδα, ο Τζέρεμι Άιρονς δίνει στον χαρακτήρα του «Σκαρ» τη μέγιστη δυνατή
βρετανική κακεντρέχεια.
Κάνοντας
αναφορά στους αμερικανούς ερμηνευτές, ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε για τους
έλληνες. Για άλλη μία φορά θα αναφερθούμε στην εποχή, καθώς η δεκαετία του ’90
θεωρείται ως η «χρυσή» εποχή της μεταγλώττισης, τόσο από άποψης φωνής, όσο και
περιεχομένου. Δεν είναι τυχαίο που τα αστεία, οι ατάκες και τα τραγούδια δεν
έχουν γνωρίσει γήρας και συνεπαίρνουν το κοινό μέχρι και τις ημέρες μας.
Στον
ρόλο του «Βασιλιά Μουφάσα» βρίσκουμε τον Κώστα Καστανά, ο οποίος χαρίζει μία
καθολικά μοναδική υπόσταση στον χαρακτήρα. Μέσα από τη φωνή του στέκεται ως η
απόλυτα διαχρονική πατρική φιγούρα, στο πρόσωπο της οποίας στηρίζονται όλα
εκείνα τα ιδανικά που συντελούν στη σύνθεση της.
Στον
ρόλο του «Σκαρ» έχουμε τον Αλέξη Σταυράκη, ο οποίος αντιμετωπίζει επί ίσους
όρους τον συνάδελφο του, Άιρονς. Το μυστικό της επιτυχίας του είναι η διαρκής
αυξομείωση της χροιάς του. Το χρώμα που προσδίδεται από αυτήν ακριβώς τη
μεταβολή αναπτύσσει τα κίνητρα και τον ψυχισμό του χαρακτήρα. Εξάλλου, θα
είμαστε «Υπ’ ατμόν».
Στον
ρόλο ωστόσο του «Σίμπα» συναντάμε δύο ηθοποιούς, τον Γιάννη Γιαννόπουλο, ο
οποίος ερμηνεύει τον χαρακτήρα στη νεαρή του ηλικία και τον Ζαχαρία Ρόχα, που
αναλαμβάνει το ενήλικο του κομμάτι. Η ισορροπία, όπως και η μετάβαση
διατηρείται στο έπακρο και εξυπηρετείται το κομμάτι της ενηλικίωσης. Ο κύριος
Ρόχας καταφέρνει να δώσει ορισμένα στοιχεία, διακριτικά ψήγματα από την
ερμηνεία του κυρίου Καστανά στον «Σίμπα» του.
Το
δίδυμο του «Τιμόν» και «Πούμπα» μεταφέρεται με τον πιο απολαυστικό τρόπο από τους
Ζάνο Ντάνια και Τάσο Κωστή αντίστοιχα. Η εμφάνιση των χαρακτήρων τους διακόπτει
την τραγωδία της ιστορίας και ανανεώνει την ταινία στο σύνολο της. Οι φωνές τους
είναι απόλυτα ταιριαστές, αν και διαφορετικές, έτσι ώστε η μία να καλύπτει και να
υποστηρίζει την άλλη. Σε συνδυασμό με τη μεταγλώττιση, οι χροιές των ηθοποιών
αυτών είναι οι πλέον αναγνωρίσιμες και αγαπημένες των θεατών.
Cut! It’s a wrap:
Θα έβαζα με απόλυτη ικανοποίηση και περίσσια νοσταλγία το απόλυτο 10/10 σε κλίμακα μέτρησης «thank you for the memories».
Διάρκεια: 1 ώρα και 28 λεπτά
Είδος: Κινούμενο σχέδιο
Σκηνοθεσία: Ρότζερ Άλλερς και Ρομπ Μίνκοφ
Πρωταγωνιστές: Κώστας Καστανάς, Αλέξης Σταυράκης, Γιάννης Γιαννόπουλος, Ζαχαρίας Ρόχας, Κατερίνα Κακριδώνη, Αλεξάνδρα Παυλίδου, Ζάνος Ντάνιας, Τάσος Κωστής, Σπύρος Μπιμπίλας
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Θέατρο #RogerAllers #RobMinkoff #TheLionKing #ΟΒασιλιάςΤωνΛιονταριών #ΚινούμενοΣχέρδιο #Έπος #JamesEarlJones #JeremyIrons #ΚώσταςΚαστανάς #ΑλέξηςΣταυράκης #ΖαχαρίαςΡόχας
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς