«Πέρσες» (2026): Η Ηχηρή Ανάγνωση Του Έργου Του Αισχύλου!

Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;

Το τελευταίο διάστημα ακολουθούμε μία νέα μέθοδο, πρόγραμμα και οργάνωση της συγγραφής των άρθρων μας. Σειρά λοιπόν έχει μία δημοσίευση που αφορά θεατρικό έργο, δεδομένου ότι βρισκόμαστε στην κορύφωση της αντίστοιχης διοργάνωσης της θερινής περιόδου. Ο λόγος λοιπόν για την θεατρική παράσταση με τίτλο: «Πέρσες» του Αισχύλου (472 π.Χ.). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο μεταφέρθηκε η αρχαιότερη ελληνική τραγωδία στη σύγχρονη ελληνική σκηνή, σε παραγωγή «Marossoulis Production».

Πλοκή;

Βρισκόμαστε στα Σούσα, την πρωτεύουσα της Περσικής Αυτοκρατορίας στα τέλη του 480 π.Χ. Η μητέρα του Ξέρξη και βασίλισσα, Ατόσσα, μεταφέρει στους αυλικούς της ένα περίεργο όνειρο που είδε στον ύπνο της. Ονειρεύτηκε δύο γυναίκες ντυμένες η μία με δωρικά ιμάτια και η άλλη με περσικά υφάσματα να παλεύουν και η πρώτη να σκίζει τα ρούχα της δεύτερης. Οι υπήκοοι της δεν μπορούν να ερμηνεύσουν το όνειρο, καθώς αγωνιούν για τη μοίρα και την τύχη του στρατού τους, που εισέβαλλε εκστρατεύοντας κατά της Ελλάδας. Κάποια στιγμή καταφθάνει ένας αγγελιοφόρος, εξαθλιωμένος και εξαντλημένος από όσα αναγκάστηκε να υπομένει για να επιβιώσει. Τα νέα από το δυτικό μέτωπο δεν είναι καλά, καθώς υπέστησαν ολική καταστροφή και πανωλεθρία του στρατού τους. Μέσα σε ένα κλίμα απώλειας, ήττας, θανάτου και καταστροφής, η βασίλισσα Ατόσσα θα αναζητήσει απαντήσεις μέσα από το πνεύμα του χαμένου της συζύγου, Δαρείου, αναμένοντας την επιστροφή του γιου της, σε ένα βασίλειο που βιώνει μία από τις χειρότερες του κρίσεις.

«Στην σκηνή του σκηνοθέτη»:

Έχουμε μιλήσει ξανά για το είδος του μινιμαλισμού στο θέατρο, αναφερόμενοι σε έργα της Κωνσταντίνας Νικολαιδη και του Γιώργου Νανούρη. Σε αυτή την εξαίρετη δυάδα έρχεται να προστεθεί και ένας τρίτος δημιουργός, ο Χρήστος Θεοδωρίδης. Ο εν λόγω καλλιτέχνης συνηθίζει να αναλαμβάνει τη μεταφορά κοινωνικών κειμένων στη θεατρική σκηνή, όπως και των κλασσικών του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Για πρώτη φορά όμως αποφασίζει να επιμεληθεί τη μεταφορά μίας τραγωδίας. Άραγε, κερδίζει το στοίχημα που δίνει με τον ίδιο του τον εαυτό;

Ο κύριος Θεοδώριδης αποφασίζει με τους συνεργάτες του, Ιάσονα Ασημακόπουλο, αλλά και τους υπεύθυνους για τη δραματική επεξεργασία, Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου και Παύλο Σούλη, να στήσει την παράσταση του δίχως το στήσιμο πρακτικού σκηνικού. Η σκηνή του γεμίζει με το πλήθος του χορού, τις ηχηρές ερμηνείες των κύριων ηθοποιών, αλλά και τους φωτισμούς της Ιωάννας Αθανασίου και του Τάσου Παλαιορούτα. Οι φωτισμοί στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν εν τοις πράγμασι  το «σκηνικό».

Μέσα από τις αποχρώσεις τους στήνεται το σύνολο της αφήγησης. Αρχίζουν να «ντύνουν» τον σκηνικό χώρο με το γαλάζιο της νύχτας, έτσι ώστε να εμβολίσουν -με φωτιστικούς όρους- τα πλάγια του μέρους με χρυσές λωρίδες φωτός, συμβολισμός του πλούτου των περσικών δωμάτων. Τα φώτα θα μεταβληθούν ξανά και ξανά, η είσοδος κάθε νέου χαρακτήρα υπογραμμίζεται μέσα από αυτά. Ο αγγελιοφόρος που περιγράφει τη φρίκη, βάφεται με μία χαλκοπράσινη απόχρωση, ενώ η έλευση του «Δαρείου» φωτίζεται με μία κόκκινη αντίστοιχη, εξαιτίας του θανάτου του, αλλά και όσων πρόκειται να αποκαλύψει.

Ο σκηνοθέτης μέσα από αυτή την κατεύθυνση θέλει να διαχωρίσει ιεραρχικά, αλλά πρωτίστως στυλιστικά τους χαρακτήρες του και να κάνει διακριτή την κάθε πράξη της τραγωδίας. Πράγματι, το έργο έχει καταπληκτικό σε βαθμό μαεστρίας ρυθμό. Ο χορός βρίσκεται διαρκώς παρών επί σκηνής και συνδράμει στη ροή της παράστασης σε καίρια σημεία. Αν και ο πρώτος χορός είναι κάπως αμήχανος, καθώς επέρχεται έπειτα από μία στιγμή απόλυτης έντασης, ο δεύτερος που αποτελεί τελετουργικό για να «ξυπνήσει» ο Δαρείος και ο τρίτος που είναι το απόλυτο χάος είναι εξαιρετικοί. Η Ξένια Θεμελή, υπεύθυνη για την κίνηση και τη χορογραφία, και μέλος του χορού, με τη βοηθό της, Ελίνα Παντελεμίδου απεικονίζουν την απόγνωση που επιφέρει ο πόλεμος με νευρική πολυτροπικότητα.

Ο τόνος δε θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από σοβαρός και τραγικός. Ο Χρήστος Θεοδωρίδης όμως εστιάζει περαιτέρω σε αυτό το κομμάτι και δίνει πλήρη ελευθερία και μέσα στους ερμηνευτές του, να αγκαλιάσουν και να ασπαστούν πλήρως αυτή την τραγικότητα. Η ύπαρξη μικροφώνου επί σκηνής σε συνδυασμό με την πειραγμένη ηχώ και τη μουσική του Τζεφ Βάνγκερ διαμορφώνουν το τέλειο πλαίσιο επικοινωνίας συναισθημάτων ανάμεσα σε ηθοποιούς και κοινό. Θα αποτελούσε παράλειψη αν δεν κάναμε μία μνεία στο ενδυματολογικό κομμάτι των Τίνας Τζόκα, Μένιας Αναστασίαδου και Ελένης Σωκράτους. Αν και διαθέτουν μία μοντέρνα κοπή, διατηρούν κάτι το κλασικό, με το πιο εντυπωσιακό να ντύνει τον χαρακτήρα της «βασίλισσας Ατόσσα».

«Στο σανίδι των ηθοποιών»:

Στην παράσταση πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζει ο ίδιος ο πολυπληθής χορός, αφού οι κύριοι χαρακτήρες εναλλάσσονται σε κάθε πράξη. Εντούτοις, βρίσκουμε την Μαρία Ναυπλιώτου στον ρόλο της «Ατόσσα», τον Δημήτρη Καταλειφό ως «Δαρείο», τον Σταύρο Σβήγκο ως «Αγγελιοφόρο» και τον Αναστάση Ροϊλό ως «Ξέρξη». Όλοι τους ήταν υπέροχοι στους ρόλους του. Η κυρία Ναυπλιώτου μετέφερε την αρχοντική αύρα της «Ατόσσα» με μέτρο και χάρη. Ο κύριος Καταλειφός επικοινώνησε την ανησυχία και την κούραση του νεκρού «Δαρείου» άψογα.

Η περίπτωση του κύριου Σβήγκου έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Η εμφάνιση του αλλάζει όλη την ατμόσφαιρα του έργου. Η πράξη του είναι ίσως η πιο δυναμική, με την ερμηνεία του να δίνεται με πάθος και τρόμο. Ο ηθοποιός καταφέρνει μέσα από μία κατάθεση -κυριολεκτικά- ψυχής να γίνει ο πρωταγωνιστής, σε μία παράσταση που δεν έχει πρωταγωνιστή! Τέλος, ο κύριος Ροϊλός έχει μία περιορισμένη συμμετοχή δίνοντας έναν καταρρακωμένο, αλλά βαθύτατα εγωιστή «βασιλιά Ξέρξη».

Ο χορός απαρτίζεται με αλφαβητική σειρά από τους Αλεξανδρόπουλο Πάρη, Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδη Κρητικό Γιώργο, Εξακοΐδη Γιώργο, Θεμελή Ξένια, Κισσανδράκη Γιώργο, Κωνσταντινίδη Γιώργο, Μακρή Ντένη, Μανδρινό Δημήτρη, Μανωλά Νίκο, Παντερμαλή Αγγελική, Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα, Τρυφουλτσάνη Βασίλη, Τσαλίκη Βασίλη, Φύτρο Σαμψών. Μιλήσαμε ήδη για τον χορό και την δράση του. Αυτό που μένει να ειπωθεί είναι ότι οι κύριοι Τρυφουτσάνης (πρώτος του χορού) και Φύτρος κατάφεραν να ξεχωρίσουν.

Clap-Clap:

Κλείνοντας, το έργο του Αισχύλου έχει μία διαχρονικότητα που θα συνοδεύει το ανθρώπινο γένος, όσο αυτό δοκιμάζει να αυτοκαταστρέφεται μέσα από τον πόλεμο. Η ήττα, η απώλεια, ο θρήνος, οι ευθύνες είναι ζητήματα που προκύπτουν σε κάθε πόλεμο. Η καθολικότητα αυτών των στοιχείων τονίζεται μέσα στην παράσταση, καθώς γίνεται λόγος και για άλλες ιστορικές συγκρούσεις, λιγότερο ένδοξες, περισσότερο άδικες και αιματηρές προς το τέλος. Αυτό που μένει να ειπωθεί είναι ότι αναμένουμε την επόμενη δουλειά του κύριου Θοδωρίδη και της ομάδας του με περίσσεια ανυπομονησία και ενδιαφέρον.

Θα έβαζα με ευχάριστη έκπληξη ένα 9,2/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».


Διάρκεια: 1 ώρα και 30 λεπτά 

Είδος: Τραγωδία

Σκηνοθεσία: Χρήστος Θοδωρίδης

Πρωταγωνιστές: Μαρία Ναυπλιώτου, Δημήτρης Καταλειφός, Σταύρος Σβήγκος, Δημήτρης Ροϊλός

#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Θέατρο #ΧρήστοςΘοδωρίδης #Πέρσες #Τραγωδία #ΜαρίαΝαυπλιώτου  #ΔημήτρηςΚαταλειφός #ΣταύροςΣβήγκος #Δημήτρης Ροϊλός



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις