«Η Περιφρόνηση» (1963): Η απάντηση του Ζαν Λυκ Γκοντάρ στο Χόλυγουντ!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Με την καλοκαιρινή περίοδο να παρέρχεται εντός λίγων ημερών, αποφασίζουμε να δώσουμε μία τελευταία ευκαιρία σε αυτή τη γλυκιά εποχή του χρόνου μέσα από μία σειρά άρθρων που θα μας θυμίζουν πάντοτε την αίσθηση του καλοκαιριού. Ο λόγος λοιπόν για το γαλλικό έργο με τίτλο: «Η Περιφρόνηση» (Le Mepris, 1963). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο συνδυάζεται η μεταφορά ενός βιβλίου, η κρίση ενός γάμου, η απάντηση σε επικριτές και η ανάγνωση της Οδύσσειας.
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
στην Ιταλία στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ο Πωλ, συγγραφέας και
σεναριογράφος, μαζί με τη σύζυγο του, Καμίλ, συναντούν έναν αμερικανό παραγωγό,
τον Τζέρεμι Πρόκος, ο οποίος δραστηριοποιείται στην παραγωγή φθηνών ιστορικών
επών στο κινηματογραφικό στούντιο της «Τσινετσιτά». Μία απόφαση της στιγμής θα
είναι αρκετή για να δημιουργηθεί ένα κλίμα κρίσης και προστριβής ανάμεσα στο ζευγάρι.
Η Καμίλ χάνει την αγάπη και το ενδιαφέρον της για τον Πώλ και αρχίζει να τον
περιφρονεί για χάρη του Πρόκος. Το ταξίδι στη βίλα του τελευταίου στο Κάπρι
αντί να εκτονώσει τη μεταξύ τους αντιπαράθεση, την ενισχύει και την κορυφώνει.
Μέσα σε ένα κλίμα προσωπικής αποδόμησης και συναισθηματικής περιφρόνησης, ο Πωλ
θα αναγνώσει με διαφορετικό τρόπο τον χαρακτήρα του Οδυσσέα, κρίνοντας βάσει της
δικής του ετοιμόρροπης σχέσης με την Καμίλ.
«Στην
καρέκλα του σκηνοθέτη»:
Αυτή τη φορά υπεύθυνος δημιουργός δεν είναι μήτε κάποιος βρετανός που πειραματίζεται, μήτε αμερικανός που διαθέτει υπέρογκα κεφάλαια. Η ταινία που εξετάζεται αποδίδεται σε έναν από τους βασικούς κοινωνούς του αποκαλούμενου «Νέου Κύματος» του γαλλικού κινηματογράφου, του Ζαν Λυκ Γκοντάρ. Ο καλλιτέχνης από την αρχή της καριέρας του μέχρι και το τέλος της διατήρησε τον προσδιορισμό του «επαναστάτη». Πράγματι, τα φίλμ του είναι άμεσα, αφαιρετικά, εξομολογητικά, με χαλαρό σενάριο, ελεύθερη χρήση κάμερας, νοήματα προς διάκριση και συμβολισμούς προς εξήγηση.
Ο
ιταλός παραγωγός Κάρλο Πόντι αναγνώρισε το ταλέντο του Γκοντάρ και θεώρησε ότι
με ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους θα μπορούσε να αποδώσει εμπορικά
αριστουργήματα. Για αυτό, αγόρασε τα δικαιώματα του ομώνυμου βιβλίου του Αλμπέρτο
Μοράβια και προσέλαβε τον σκηνοθέτη για να το μεταφέρει. Αν και η Σοφία Λόρεν,
σύζυγος του Πόντι, προτάθηκε για τον ρόλο, ο σκηνοθέτης επέλεξε την Μπριζίτ
Μπαρντό. Αυτό έδεσε μεταξύ άλλων και αμερικανούς παραγωγούς, όπως ο Τζόσεφ
Λέβιν, στο άρμα της παραγωγής. Η Μπαρντό ήταν το απόλυτο σύμβολο γοητείας και
όλοι αποπειράθηκαν να επωφεληθούν από την εμφάνισης της στο έργο.
Ο
καλλιτέχνης βρέθηκε δημιουργικά με την πλάτη στον τοίχο. Αρκετοί τον επέκριναν πως
«ξεπουλήθηκε» στο εμπορικό σινεμά, ενώ οι παραγωγοί του απαιτούσαν μία γρήγορη
ταινία με αισθησιακές σκηνές, εκμεταλλευόμενες την παρουσία της ερμηνεύτριας.
Μέσα στο προαναφερθέν κλίμα, ο γάμος του Ζαν Λύκ Γκοντάρ με τη μούσα του, Άννα
Καρίνα, περνούσε κρίση. Αποφάσισε λοιπόν να διατηρήσει το προσωνύμιο του «επαναστάτη»
και να αποδώσει την ιστορία ακολουθώντας τη μέθοδο του και με τρόπο αυτοβιογραφικό.
Έφθασε στο σημείο να ντύσει τους πρωταγωνιστές του με τα ρούχα και περούκες που
παρέπεμπαν στον ίδιο και τη σύζυγο του.
Αναφορικά
με την σκηνοθεσία, από το πρώτο καρέ του φίλμ οι θεατές γνωρίζουν ότι
βρίσκονται εντός ενός κινηματογραφικού έργου. Ο σκηνοθέτης αφήνει κατά μέρους
την κάμερα στο χέρι και αποδίδει μία αλληλουχία σταθερών κάδρων που συνεχίζουν
να κινηματογραφούν αδιάκοπα την εκάστοτε σεκάνς. Αυτό σημαίνει, ότι ο ρυθμός δε
δύναται να ακολουθήσει μία γρήγορη ροή, ακριβώς το αντίθετο των αξιώσεων των
παραγωγών. Ο τόνος διατηρείται σοβαρός, αλλά μεταβάλλεται σε δραματικό κάθε
φορά που ακούγεται το εξίσου μελοδραματικό κομμάτι του Ζορζ Ντελερού. Ακόμα, ως
ένας υπηρέτης του «Νέου Κύματος» δε λείπουν κάδρα που απεικονίζουν τα αρχαία
αγάλματα και ερείπια, δίχως αυτό να εξυπηρετεί με κάποιον τρόπο την ιστορία.
«Στο
σετ των ηθοποιών»:
Στον
πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκουμε τον Μισέλ Πικολί ως «Πωλ». Ο ηθοποιός είναι το
πρότυπο του ήρωας που συνιστά ο γαλλικός κινηματογράφος της εποχής. Δεν είναι
ακριβώς ηττοπαθής, αλλά με βεβαιότητα δεν είναι δυναμικός. Θα μπορούσε να πει
κανείς πως βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε αναποφάσιστο και παθητικό. Ο Πικολί
εντούτοις έχει με το μέρος του τους/τις θεατές.
Συμπρωταγωνίστρια
του ως «Καμίλ» είναι φυσικά η Μπριζίτ Μπαρντό. Ο φακός της κάμερας κυριολεκτικά
την λατρεύει. Κάθε πλάνο που της αφιερώνει ο Γκοντάρ αποκτά μία άλλου είδους
αξία σε κινηματογραφικό επίπεδο. Αν και οι δύο τους δεν τα πήγαιναν καλά στο
σετ, εξαιτίας της εμμονής του σκηνοθέτη να την παραλληλίσει με τη σύζυγο του,
το αποτέλεσμα δικαιώνει και τους δύο.
Ο
Τζακ Πάλανς ενσαρκώνει τον «Τζέρεμι Πρόκος» και δίνει επακριβώς την ανάγνωση
του Ζαν Λυκ Γκοντάρ ως προς το βιομηχανοποιημένο αμερικανικό σύστημα παραγωγής
ταινιών. Στο φίλμ εμφανίζεται και ο γερμανός σκηνοθέτης Φριτς Λανγκ, ο οποίος
υποδύεται τον εαυτό του.
Coupez! C’est dans la boite:
Κλείνοντας,
το έργο, αν και στην εποχή του δεν αποτέλεσε το εμπορικό άνοιγμα που
επιθυμούσαν οι παραγωγοί του, χαρακτηρίστηκε μεταγενέστερα «αριστούργημα». Δεν
είναι εύκολη ταινία και η εμπειρία της θέασης θα γινόταν σε έναν βαθμό
ανυπόφορη, αν δεν υπήρχε το θέμα του Ντελερού να διασώζει την ατμόσφαιρα. Το
σίγουρο είναι ότι αποδίδει τη θερινή αίσθηση, ακόμα και αν δεν την εξιδανικεύει.
Θα έβαζα με σκεπτικισμό 7,2/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».
Διάρκεια: 1 ώρα και 42 λεπτά
Είδος: Δράμα
Σκηνοθέτης: Ζαν Λυκ Γκοντάρ
Πρωταγωνιστές: Μισέλ Πικολί, Μπριζίτ Μπαρντό, Τζακ Πάλανς, Φριτς Λανγκ
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #Τηλεόραση #JeanLucGodard #ΗΠεριφρόνηση #Drama #MichelPiccoli #BrigitteBardot
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς