«Καίσαρ» του Άλαν Μάσι (1993) και η αρχή της αποδόμησης!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Πριν
εισέλθουμε σε ένα εκτενές
κινηματογραφικό αφιέρωμα, έχουμε χρόνο και χώρο για τον σχολιασμό ενός ακόμη λογοτεχνικού βιβλίου. Ο λόγος για το
βιβλίο του Άλαν Μάσι με τον επώνυμο
τίτλο: «Καίσαρ» (1993). Πάμε να
δούμε με ποιον τρόπο οι μεγάλες
ιστορικές προσωπικότητες αποδομούνται αποκαλύπτοντας λογοτεχνικά τις ανησυχίες,
τα πάθη και τις φοβίες τους.
Υπόθεση;
Βρισκόμαστε
στο τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. με
τον Ιούλιο Καίσαρα δολοφονημένο και τους συνωμότες του κυνηγημένους από τον
Αύγουστο Οκταβιανό. Στη Γαλατία απομένει φυλακισμένος ένας από τους
συνωμότες, ο Δέκιμος Βρούτος. Με τον
θάνατο του σχεδόν σίγουρο, αποφασίζει να
γράψει τα απομνημονεύματα του, με απώτερο σκοπό όχι να απολογηθεί, αλλά να
δικαιολογήσει τα κίνητρα του πίσω από τη συνωμοσία εναντίον του στρατηγού και
φίλου του. Μέσα σε ένα κλίμα μνήμης,
εμφύλιου πολέμου, ερωτικής λαγνείας και συνομωσίας, ο «Πόντικας», όπως αποκαλούσαν
φίλοι και εχθροί τον Δέκιμο, θα αποκαλύψει τη ξεδιάντροπη φύση των μεγάλων
προσωπικοτήτων της Ρώμης.
«Η πένα του συγγραφέα»:
Το
βιβλίο πιστώνεται στον Άλαν Μάσι,
έναν πολυσχιδή σκωτσέζικης καταγωγής συγγραφέα, ο οποίος υπηρέτησε τη φύση της γραφής
μέσα από μία πληθώρα εκφάνσεων. Ως μυθιστοριογράφος,
κριτικός λογοτεχνίας και πολιτικός αρθρογράφος έγραψε όλη του τη ζωή αναλύοντας
και ερευνώντας. Βέβαια, καταξιώθηκε μέσα από τη λογοτεχνική του σειρά για τους
ρωμαίους αυτοκράτορες. Πράγματι, το βιβλίο που εξετάζεται είναι κομμάτι μίας -αρχικά-
τετραλογίας, της αποκαλούμενης και ως «Emperor’s Quintet». Αυτή επεκτάθηκε σε έξι στο σύνολο βιβλία, με το «Καίσαρ» να είναι το τρίτο μέρος αυτή.
Ο Μάσι έχει ένα ξεκάθαρο όραμα για
το εν λόγω βιβλίο, αλλά και για τη σειρά των «αυτοκρατόρων». Γράφει με έναν συγκεκριμένο τρόπο και δίνει στα συγγράμματα
του την ιδιότητα μίας «χαμένης
αυτοβιογραφίας». Με αυτό τον τρόπο
διασφαλίζει την εισαγωγή του στο ιστορικό πλαίσιο, αλλά παράλληλα διατηρεί μία
διακριτή ισορροπία ανάμεσα στα ιστορικά γεγονότα και τις πτυχές που επιθυμεί να
αναδείξει. Ο συγγραφέας γοητεύτηκε από το έργο του βιογράφου και
αρχειοθέτη, Σουητώνιου, ο οποίος
γεννήθηκε κάπου στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. Ο εν λόγω συγγραφέας έχει μείνει στην ιστορία για την ανάδειξη όλων των
μη κολακευτικών φημών για ιστορικά πρόσωπα, όπως οι αυτοκράτορες της Ρώμης.
Ο Άλαν Μάσι λοιπόν συγκεντρώνει όλες
εκείνες τις φήμες που αποδομούν έμπρακτα εκείνες τις μεγάλες ιστορικές
προσωπικότητες και φυσιογνωμίες, δίνοντας τους μία ρεαλιστική και προπαντώς
ανθρώπινη υφή. Στηρίζεται κατά βάση στις
σεξουαλικές σχέσεις των χαρακτήρων του για να το πετύχει. Αυτές απομακρύνονται βέβαια από τον ερωτισμό και έχουν χαρακτηριστικά
σχέσεων εξουσίας. Σύμφωνα λοιπόν με τον συγγραφέα, η λαγνεία και η σαγήνη
αποτελούν δυνάμεις που κινούν τους χαρακτήρες και ορίζουν τα κίνητρα τους. Πέρα όμως από αυτή την αμφιλεγόμενη
κατεύθυνση, η οποία προοδευτικά ελαχιστοποιείται, όσο οι αναγνώστες φθάνουν
στα κεφάλαια της συνωμοσίας, ο Μάσι δεν
αρκείται σε έναν πρωταγωνιστή.
Πράγματι,
στο βιβλίο μπορεί να βλέπουμε μέσα από τα μάτια του Δέκιμου Βρούτου, να διαβάζουμε για τα πάθη και τις σκέψεις του,
αλλά στα κομμάτια του διαλόγου του με άλλους χαρακτήρες συνήθως οι συνομιλητές
του βγαίνουν εμπρός. Με αυτό τον τρόπο
ανανεώνεται η ροή και κατ’ επέκταση ο ρυθμός. Ο συγγραφέας ακροβατεί
ανάμεσα στη φλυαρία του Κικέρωνα, ο
οποίος όμως αποθέτει ορισμένα ισχυρά επιχειρήματα, τη μεγαλομανία του Καίσαρα, ο οποίος όμως είναι ο άνθρωπος που έχει
πραγματικά ανάγκη η αυτοκρατορία πια, την
έμπνευση του Κάσιου, που υπερασπίζεται τη διαβρωμένη τους Δημοκρατία και την αναποφασιστικότητα του Μάρκου Βρούτου.
«Λίγο πριν την τελευταία σελίδα»:
Κλείνοντας, το βιβλίο του Άλαν Μάσι δεν είναι το κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα. Μία μερίδα αναγνωστών που δεν είναι έτοιμη να δεχτεί, ότι τα μεγάλα ιστορικά πρόσωπα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ανθρώπους αδύναμους, έκφυλους, με ευτελή κίνητρα και λανθάνουσα μεγαλομανία, θα δυσαρεστηθεί δεόντως διαβάζοντας το. Αν όμως δεχτεί το προαναφερόμενα, θα έρθει αντιμέτωπη με μία πραγματικότητα εντελώς μεν κυνική, αλλά βαθύτατα ρεαλιστική. Ας μη ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στη μεταβολή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας σε Αυτοκρατορία, οι ευγενείς προσωπικότητες με τα αγνά τους κίνητρα -αν ποτέ υπήρχαν- έχουν παρέλθει πλέον.
Συγγραφέας: Άλαν Μάσι
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς