«Ο Κάτα Φαντασίαν Ασθενής» (2024): Το «μικρό» θαύμα του «μεγάλου» θιάσου του Αιμίλιου Χειλάκη!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Με το
μεγάλο μας αφιέρωμα να καθυστερεί πεισματικά, δίνουμε το προβάδισμα σε ένα
άρθρο που αφορά θεατρική παράσταση από το πρόσφατο παρελθόν, για να υποδεχθούμε
μία αντίστοιχη από τη φετινή καλοκαιρινή σεζόν. Ο λόγος λοιπόν για τα διαχρονική
κωμωδία με τίτλο: «Ο Κατά Φαντασίαν Ασθενής» (1673) του Μολιέρου,
που αποτελεί το τελευταίο, έργο του κορυφαίου Γάλλου δραματουργού, ηθοποιού και
συγγραφέως. Μία εβδομάδα, και μετά από τέσσερις μόλις
παραστάσεις, ο Μολιέρος ερμηνεύοντας τον πρωταγωνιστή, «Αργκάν», θα πεθάνει από
την ασθένεια που έπασχε στην πραγματικότητα, δίνοντας μία καθολική τραγική
ειρωνεία στο έργο που έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του. Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο μεταφέρθηκε στη
σύγχρονη ελληνική σκηνή σε παραγωγή «Τεχνηχώρος».
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
στη Γαλλία του 17ου αιώνα, όπου ο επιφυλακτικός αριστοκράτης
Αργκάν, έχει την ανεξήγητη ανάγκη να «πάσχει» από κάτι. Δεν μπορεί να εξηγήσει αυτή του
την εμμονή και αισθάνεται μονίμως αδύναμος, κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Οι άνθρωποι γύρω του αγανακτούν μαζί του,
αφού γνωρίζουν στην πράξη ότι χαίρει άκρας υγείας. Υπάρχουν όμως και
εκείνοι, οι οποίοι ενισχύουν και σιγοντάρουν τις φοβίες του. Γιατροί, δεύτερη
σύζυγος και φαρμακοποιοί, όλοι όσοι
έχουν δηλαδή να αποκομίσουν κέρδη και όφελος από την έκρυθμη του κατάσταση.
Μέσα σε ένα κλίμα ιδεοληψίας και μανίας,
ο Αργκάν θα κληθεί να ξεπεράσει τις αναστολές και τις φοβίες του και να
ενδιαφερθεί για σημαντικά ζητήματα, όπως ο γάμος της κόρης του ή να ασθενήσει
πραγματικά τελικά.
«Στην
σκηνή του σκηνοθέτη»:
Ο Αιμίλιος Χειλάκης με τον
καλό του φίλο και συνεργάτη Μανώλη Δούνια καταπιάνονται για τρίτη φορά
με το έργο του Μολιέρου στο σύνολο
του. Με τις επιτυχίες του «Δον
Ζουάν» (2009) και του «Ταρτούφου» (2016), οι δύο τους κλείνουν την
ιδιόμορφη τους τριλογία με ηχηρό κρότο, αλλά και με υπόσχεση για τη μελλοντική
ενασχόληση τους με το «μολιερικό»
σύμπαν. Πρόκειται λοιπόν για μία
ισορροπημένη μεταφορά, η οποία διατηρεί όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν
τόσο την κωμωδία, όσο τα μηνύματα και τους συμβολισμούς. Δεν
υπάρχουν αναχρονισμοί και μοντέρνα στοιχεία εντός του κειμένου. Η ένταξη τους γίνεται ευφυέστατα μέσα από
τη δόμηση της σκηνής και των αντικειμένων που χρησιμοποιούν οι πρωταγωνιστές.
Το σκηνικό λοιπόν του Γιώργου
Γαβαλά διαθέτει δύο επίπεδα. Ένα εξωτερικό πλαίσιο με δύο αντίστοιχες
εισόδους και εξόδους, από τις οποίες διέρχονται οι πρωταγωνιστές. Δεξιά έχουν τοποθετηθεί πολύ έξυπνα δύο υπερμεγέθεις βούρτσες, έτσι
ώστε να απολυμαίνονται, «βουρτσίζονται», οι επισκέπτες της οικίας. Στο κέντρο βρίσκεται ένα ιδιότυπο σαλόνι,
το μέρος που ο «Αργκάν» λαμβάνει όλες
του τις θεραπείες θυμίζοντας αισθητικά
μία πισίνα.
Τα κουστούμια της Αλεξίας
Θεοδωράκη είναι πολύχρωμα. Οι συνδυασμοί τους έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Το έντονο μακιγιάζ σε συνδυασμό με τις φενάκες μετατρέπουν την όψη των ηθοποιών
σε μία γεμάτη εικόνα, η οποία επιδέχεται πλήθος αναγνώσεων. Οι αντιθέσεις
των χρωμάτων ανάμεσα αποκαλύπτουν πολλά για τον εκάστοτε χαρακτήρα, ενώ με τους
φωτισμούς του Νίκου Βλασόπουλου φαντάζουν σα να αλλάζουν απόχρωση. Ένα πιο ψυχρό φως μπορεί να συμπαρασύρει τα
θερμά χρώματα των κουστουμιών και να μεταβάλλει την ατμόσφαιρα στο σύνολο της.
«Στο
σανίδι των ηθοποιών»:
Ο Αιμίλιος Χειλάκης πρωταγωνιστεί
και φέρνει με μοντέρνο, αλλά και κλασικό τρόπο τον ήρωα «Αργκάν». Από την πρώτη κιόλας στιγμή της
παράστασης, δίνει όλη την πληροφορία για την κατάσταση του χαρακτήρα του. Καταφέρνει
με ιδιαίτερη ευκολία προάγοντας πάντοτε την κωμωδία του να εισέρχεται και να
εξέρχεται από το καθεστώς της «φανταστικής» του ασθένειας. Διαμορφώνει ένα κλίμα στο οποίο ο χαρακτήρας
του είναι διαρκώς απρόβλεπτος, γεγονός που ενισχύει την κωμική του διάθεση.
Ο ερμηνευτής έχει βαθιά γνώση της
ιδιοσυγκρασίας ενός χαρακτήρα που ανήκει στη δραματουργική σκέψη του Μολιέρου.
Δεν είναι λίγες οι στιγμές που αποτραβιέται από το «κέντρο» και στέκεται να
παρακολουθεί αποσβολωμένος, με την
εκφραστικότητα του προσώπου του μονάχα να αναλαμβάνει να πρωταγωνιστήσει
παθητικά.
Η
συμπρωταγωνίστρια του στη ζωή και στο θέατρο είναι η Αθηνά Μαξίμου στον
ρόλο της «Τουανέτ».
Η χημεία τους είναι ο συνδετικός κρίκος της παράστασης. Εισάγουν την
ατμόσφαιρα του έργου από κοινού, με τα καυστικά αστεία και τις προσβλητικές
ατάκες να «έρχονται και να παίρνουν». Ο χαρακτήρας της ηθοποιού είναι
ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη της πλοκής, καθώς αποτελεί «σύμμαχο» σε
χαμηλή θέση που καταφέρνει να βοηθήσει πάρα τις δυσκολίες. Αυτό της δίνει
την ευκαιρία να βρίσκεται παντού, να αλληλεπιδρά και να πλαισιώνει με κάθε
δυνατό τρόπο. Η σκηνή δε που μοιράζεται με τον Νίκο Γκέλια και η
επακόλουθη μεταμφίεση της αποτελεί ένα από τα τελευταία «highlight» της παράστασης.
Η
πρωταγωνιστική τριάδα ολοκληρώνεται με την προσθήκη της Βίκυς Διαμαντοπούλου
στον ρόλο της «Αντζελίκ».
Η είσοδος της στην παράσταση έρχεται σύντομα και συνοδεύεται από μία τρόπον
τινά ανανέωση της σκηνής. Με την καθοδήγηση της Έλενας Γεροδήμου
διατηρεί μία ανάλαφρη φυσικότητα στην κίνηση της καθ’ όλη τη διάρκεια της
παράστασης. Εντούτοις, προβάλλει
δυναμικότητα, δεδομένου ότι ο χαρακτήρας της έχει κίνητρο από καρδιάς, ενώ
η μεταφορά του τραγουδιού της αποτελεί μία κατάθεση ρομαντικής ψυχής.
Οι τρεις πρώτοι, όπως είναι
φυσικό υποστηρίζονται από το σύνολο του υπόλοιπου θιάσου. Πρώτος
κάνει την εμφάνιση του ο Δημήτρης Φιλιππίδης στον ρόλο του «Δόκτωρ
Πυργκόν». Ο
χαρακτήρας του είναι ο πυρήνας του «μολιερικού» σχολίου. Πρόκειται για έναν γιατρό που κοροϊδεύει τον ασθενή του με υποσχέσεις.
Ο ηθοποιός εισέρχεται σαν άλλος
παρουσιαστής αναγγέλλοντας κωμικά στο κοινό ένα νέο είδος θεραπείας. Οι σκηνές που ακολουθούν εντάσσουν τον
κύριο Χειλάκη σε συνθήκες ιδιαίτερα αστείες και ευφάνταστες.
Οι Παναγιώτης Γαβρέλας ως «Κλεάντ»
και Γιώργος Ζυγούρης ως «Τόμας Ντιαφουαρύς» έρχονται, όχι μόνο
για να ενισχύσουν την υπάρχουσα κωμική διάθεση, αλλά και να την αναδιαμορφώσουν. Στον πρώτο εμπιστεύεται κομμάτι
του διαλόγου με ατάκες που είναι
γραμμένες, για να παράγουν έξυπνα λογοπαίγνια και ομοιοκαταληξίες με γαλλικές
κοινότυπες λέξεις. Η είσοδος
του δεύτερου δε είναι εντελώς απρόσμενη. Ο ρόλος του δεν είναι
μεγάλος, αλλά έχει την στιγμή του, καθώς παράγει από μεριάς του μία παρανοϊκή
ομοιοκαταληξία, την οποία μπερδεύει
κατά την ανάπτυξη της προσφέροντας ακόμη περισσότερο γέλιο.
Τέλος, ακολουθεί η εμφάνιση τριών
υποστηρικτικών ερμηνευτών, της Μυρτώς Αλικάκη
ως «Μπελίνα», του Νίκου Γκέλια
ως «Μπεράλντ» και του Θοδωρή Ρωμανίδη ως «γιατρού Ντιαφουαρύ».
Οι τρεις του εμφανίζονται στην σκηνή είτε για να συνδράμουν στο «μολιερικό»
χάος, είτε για να δώσουν την τελική λύση.
Clap-Clap:
Κλείνοντας, η παράσταση «Ο Κατά Φαντασίαν Ασθενής» έχει διαχρονικά μηνύματα, τα οποία βρίσκουν ανταπόκριση σε κάθε εποχή. Ο ρυθμός της είναι απίστευτος, με τη ροή της να ανανεώνεται κωμικά μέσα από τις ερμηνευτικές προσθήκες των ηθοποιών. Το πείραμα ή καλύτερα η συνταγή λειτουργεί και βρίσκει άμεση ανταπόκριση στο επόμενο έργο του θιάσου με τίτλο: «Τακούνια Στον Βάλτο», για το οποίο θα ακολουθήσει άρθρο στην επόμενη μας δημοσίευση!
Θα έβαζα με πλήρη ικανοποίηση 9,2/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».
Διάρκεια: 1 ώρα και 45 λεπτά
Είδος: Κωμωδία
Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χειλάκης-Μανώλης Δούνιας
Πρωταγωνιστές: Αιμίλιος Χειλάκης, Αθηνά Μαξίμου, Βίκυ Διαμαντοπούλου, Δημήτρης Φιλιππίδης, Παναγιώτης Γαβρέλας, Γιώργος Ζυγούρης, Μυρτώ Αλικάκη, Νίκος Γκέλιας, Θοδωρής Ρωμανίδης.
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Θέατρο #ΜανώληςΔούνιας #ΟΚατάΦαντασίανΑσθεσνής #Κωμωδία #ΑιμίλιοςΧειλάκης #ΑθηνάΜαξίμου
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς