«Λούφα και Παραλλαγή» (1984): Η Σατιρική Ματιά Στο Καθεστώς Του ’67!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Έπειτα
από ένα διάστημα διαδοχικών άρθρων που ακολουθούσαν μία συγκεκριμένη πορεία και
σειρά δημοσίευσης, παρεκκλίνουμε από αυτή, για
να αποτίσουμε το δικό μας φόρο τιμής στον αείμνηστο πια ερμηνευτή Νίκο
Καλογερόπουλο. Αυτός είναι και ο λόγος που θα μιλήσουμε για το
κινηματογραφικό έργο που πρωταγωνίστησε και καταξιώθηκε ο ηθοποιός με τίτλο: «Λούφα Και Παραλλαγή» (1984). Πάμε να
δούμε με ποιον τρόπο έζησαν απλοί
άνθρωποι, που έκαναν την στρατιωτική τους θητεία, το καθεστώς της 21ης
Απριλίου.
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
στην Ελλάδα κατά το διάστημα της επταετίας 1967-1974, στο οποίο το πολίτευμα της
δημοκρατίας έχει καταλυθεί πλήρως και αντικατασταθεί από την αποκαλούμενη «Χούντα των Συνταγματαρχών». Ένας στρατιώτης, ονόματι Γιάννης Παπαδόπουλος,
παίρνει μετάθεση από τη μεθόριο στην πρωτεύουσα και τοποθετείται στη «Γεωγραφική
Υπηρεσία του Στρατού». Παράρτημα αυτής μεταξύ άλλων είναι και η νεοσύστατη «Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων». Λόγω της επαγγελματικής
του ιδιότητας αναλαμβάνει χρέη βοηθού σκηνοθέτη, οπερατέρ και υπεύθυνου
παραγωγής για τις εκπομπές που επρόκειτο να προβληθούν. Μέσα σε ένα αυστηρό στρατιωτικό κλίμα, ανέχειας, εγκλεισμού και κυρίως
λούφας, ο οπλίτης Παπαδόπουλος θα έρθει αντιμέτωπος με μία φάρσα, η οποία ήταν κεκαλυμμένη
με παραλλαγή.
«Στην καρέκλα του σκηνοθέτη»:
Αν
και στο παρελθόν έχουμε ασχοληθεί με τον εγχώριο κινηματογράφο, αυτή είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνουμε
να εξετάσουμε μία ταινία του Νίκου Περάκη. Ο εν λόγω δημιουργός είναι ένας
από τους πιο επιδραστικούς και σημαντικούς καλλιτέχνες πίσω από την κάμερα, που
ανέδειξε η λεγόμενη -από εμάς κυρίως- «δεύτερη
γενιά» σκηνοθετών. Κοσμοπολίτης από τη
γέννηση του στην Αλεξάνδρεια εργάστηκε τα πρώτα χρόνια στον γερμανικό
κινηματογράφο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 διέκρινε ένα θεματικό κενό στην ελληνική
κινηματογραφική σκηνή, το οποίο βάλθηκε να εξερευνήσει και να καλύψει. Αυτό ήταν η απουσία πολιτικού σχολίου πάνω
στην ελληνική κοινωνία.
Με
το που ολοκλήρωσε το σύγχρονο του φίλμ με τίτλο: «Άρπα Κόλλα» (1982), κοίταξε στο παρελθόν του και γύρισε στα χρόνια της
στρατιωτικής του θητείας, η οποία συνέπεσε με το «καθεστώς της 21ης
Απριλίου». Εμπνευσμένος κυρίως από τις προσωπικές του εμπειρίες, έγραψε μία ιστορία με απώτερο σκοπό να σατιρίσει,
αλλά και να αποδομήσει την εξουσία, την ισχύ και την οργάνωση ενός στρατιωτικού
καθεστώτος. Το μεγάλο στοίχημα του σεναρίου δίνεται στα μηνύματα, τα νοήματα και τους συμβολισμούς.
Δεν έχει σκοπό να κάνει πολιτική, μήτε να προπαγανδίσει υπέρ μίας πολιτικής
παράταξης. Αντιθέτως, ενδιαφέρεται να δείξει
με ανάλαφρο τρόπο το βίωμα των στρατιωτών που βρέθηκαν να στελεχώνουν αυτό το
καθεστώς.
Ένας
καθοδηγούμενος και υποδεέστερος σεναριογράφος θα γινόταν επικριτικός και θα
κατεύθυνε το κοινό του, όπως εκείνος εξαρχής κατευθύνθηκε. Ο κύριος Περάκης όμως που υπογράφει το σενάριο δίνει στους θεατές με
εξαιρετική λεπτότητα μέσα από τον μικρόκοσμο του στρατοπέδου όλη την πορεία του
καθεστώτος, από τα γενναία λόγια μέχρι τις υποχωρητικές προδοτικές πράξεις,
αναφορικά με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ακόμη, δεν προσεγγίζει τη «Χούντα» ως ένα ενιαίο μόρφωμα, αλλά κάνει διακριτές
τις δύο περιόδους που την διακρίνουν, αυτή του Παπαδόπουλου και την αντίστοιχη του Ιωαννίδη. Αυτό είναι πολύ σημαντικό τόσο από ιστορικής, όσο και
κοινωνικής άποψης.
Βέβαια,
ένας σκηνοθέτης που σέβεται τη δουλειά
του, και στην προκειμένη περίπτωση τα προσωπικά του βιώματα, δεν αρκείται στο
να επικοινωνήσει απλώς την προαναφερθείσα διάκριση. Αντιθέτως, την εντάσσει στον ρυθμό και κυρίως στον
τόνο του έργου του. Αυτός είναι και ο λόγος που βλέπουμε να χάνει το
ανάλαφρο του σταδιακά και να σοβαρεύει όσο κατευθυνόμαστε προς τον επίλογο. Όσον
αφορά την σκηνοθεσία αυτή καθ’ αυτή, ο
Νίκος Περάκης δίνει το ελεύθερο στους ηθοποιούς του να παρεκκλίνουν του
κειμένου τους, αν και οι ατάκες που ακούγονται άφησαν εποχή για το κωμικό και
συμβολικό τους «τακτ». Η κάμερα του βρίσκεται στο χέρι και δεν κρατάει
αποστάσεις εντάσσοντας το κοινό σε μία έκφανση στρατιωτικής θητείας.
«Στην πόλη των ηθοποιών»:
Πρωταγωνιστής
και άμεσος σύνδεσμος των θεατών με τον κόσμο της ταινίας είναι ο Νίκος Καλογερόπουλος στον ρόλο του «Γιάννη Παπαδόπουλου». Ο ερμηνευτής είναι απίστευτα φυσικός στον
ρόλο του και με ένα περίεργο τρόπο καταφέρνει να γίνει ο «στρατιώτης» που θα συναντήσει κάθε
νεοσύλλεκτος σε κάποια φάση της θητείας του. Όλοι όσοι υπηρετήσαμε, γνωρίσαμε και συνομιλήσαμε κάποια στιγμή με έναν
«Γιάννη Παπαδόπουλο».
Συμπρωταγωνιστής
και έμμεσος πρωταγωνιστής είναι ο Γιώργος
Κιμούλης ως ο σκηνοθέτης «Αχιλλέας
Λάμπρου». Το εκτόπισμα του ηθοποιού διαφαίνεται ήδη από τον πρώτο του
μεγάλο ρόλο. Ο ρυθμός του φίλμ εμπιστεύεται
στον ήρωα του και λαμβάνει μία «γλυκιά» ροή που απογειώνει τη συνολική εμπειρία
θέασης.
Η
πρωταγωνιστική τριάδα συμπληρώνεται από τον Τάκη Σπυριδάκη ως «Παναγιώτη
Μπαλούρδο», ο οποίος γίνεται επίσης ένα με τον ρόλο του και εξυψώνεται σε
αυτό το ιδιόμορφο «πάνθεον» των χαρακτήρων που γνωρίζει κανείς στον στρατό. Στον δεύτερο του μονάχα ρόλο δείχνει μία
αβίαστη άνεση που θα τον συνοδεύσει στο πέρας της καριέρας του.
Θα
μπορούσαμε να αναφερθούμε στο πέρασμα του πλήθους τόσο των βετεράνων ηθοποιών, όπως
ο Σταύρος Ξενίδης, όσο και των
πρωτοεμφανιζόμενων, όπως οι Στέλιος
Μάινας και Γεράσιμος Σκιαδαρέσης,
αλλά θα χρειαζόμασταν περισσότερο «μελάνι».
Cut! Αυτό ήταν για σήμερα, παιδιά:
Κλείνοντας, ο καλλιτεχνικός κόσμος και δε εκείνος του θεάματος θρηνεί για τον θάνατο ενός από τους πιο φυσικούς κοινωνούς του, του Νίκου Καλογερόπουλου, αλλά η παρακαταθήκη του μέσα από τη συμμετοχή του σε ταινίες, όπως η «Λούφα και Παραλλαγή» θα διατηρήσει το ταλέντο του στη συλλογική μας μνήμη. Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο φίλμ που δεν ανήκει σε ένα είδος. Είναι κωμωδία, σάτιρα, σχόλιο, βίωμα, εμπειρία, ίσως και προφητεία, καθώς δίνεται μία εικόνα της κατεύθυνσης που θα λάβει η τηλεόραση και κατ’ επέκταση τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Θα έβαζα με συγκίνηση 8,5/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».
Διάρκεια: 1 ώρα και 39 λεπτά
Είδος: Κωμωδία-σάτιρα
Σκηνοθέτης: Νίκος Περάκης
Πρωταγωνιστές: Νίκος Καλογερόπουλος, Γιώργος Κιμούλης, Τάκης Σπυριδάκης, Σταύρος Ξενίδης, Στέλιος Μάινας, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #Τηλεόραση #ΝίκοςΠεράκης #ΛούφαΚαιΠαραλλαγή #Κωμωδία #Σάτιρα #ΝίκοςΚαλογερόπουλος #ΓιώργοςΚιμούλης
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς