«Νεανικά Συνθήματα» (1973): Ο Τζορτζ Λούκας μας συστήνει στην παιδική του ηλικία!

Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;

Έπειτα από το σύντομο διάλειμμα σε αυτό το ιδιόμορφο αφιέρωμα για το κλείσιμο της θερινής περιόδου, συνεχίζουμε ακάθεκτοι. Ο λόγος για τη δεύτερο έργο του μοναδικού δημιουργού Τζορτζ Λούκας με τίτλο: «Νεανικά Συνθήματα» (American Graffiti, 1973). Πάμε να δούμε με ποιόν τρόπο περνούσαν τα βράδια τους οι νέοι στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στην τελευταία περίοδο της αθωότητας τους.

Πλοκή;

Βρισκόμαστε στο Μοντέστο της Καλιφόρνια στα μέσα του έτους 1962. Μία παρέα νέων αποφασίζουν να βρεθούν για να περάσουν μαζί την τελευταία νύχτα του καλοκαιριού τους. Ο προβληματισμένος Κερτ την επόμενη ημέρα ετοιμάζεται για να φύγει και να ξεκινήσει τις σπουδές τους. Το ζευγάρι της παρέας, Στηβ και Λόρι αποφασίζουν να κρατήσουν μία απόσταση ενόψει της φυγής του πρώτου. Ο ατζαμής Τέρι δοκιμάζει να κάνει φιγούρα οδηγώντας το αυτοκίνητο των φίλων του και ο γόης Τζον καταλήγει κηδεμόνας της μικρής τους αδελφής. Μέσα σε ένα κλίμα νοσταλγίας, συναισθηματικής φόρτισης, λευκών ψεμάτων και παραδοχών, η παρέα θα συναντηθεί ξανά τα ξημερώματα, σε μία κόντρα ανάμεσα στους πιο γρήγορους οδηγούς της περιοχής.

«Στην καρέκλα του σκηνοθέτη»:

Ως λάτρεις του «Πολέμου Των Άστρων», έφθασε επιτέλους το πλήρωμα του χρόνου για να μιλήσουμε για τον καλλιτέχνη πίσω από τη δημιουργία αυτού. Όχι, δε θα είναι μία σειρά άρθρων για τις δεκάδες ταινίες και σειρές αυτού του φανταστικού κόσμου, αλλά μία εξέταση του δεύτερου και ίσως τελευταίου ξεχωριστού κινηματογραφικού φίλμ του σκηνοθέτη Τζορτζ Λούκας. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο αμερικανός δημιουργός βρίσκεται σε ένα δίλημμα, να συνεχίσει την ενασχόληση του με το είδος της επιστημονικής φαντασίας -μετά την εισπρακτική αποτυχία του «THX 1138» (1971)- ή να ακούσει τη συμβουλή του επιστήθιου φίλου του, Φράνσις Φορντ Κόπολα, και να «παίξει» εκ του ασφαλούς.

Ο Λούκας επιλέγει τη δεύτερη επιλογή και βρίσκει προοπτική με μία αναδρομή στα παιδικά του χρόνια. Αντιλαμβάνεται ότι το αμερικανικό κοινό έχει ανάγκη από πιο προσγειωμένες και ρεαλιστικές ιστορίες, όπως προβλέπει το ρεύμα της εποχής, αλλά προσθέτει μία δόση νοσταλγίας για κάτι που έχασε η κοινωνία κατά την προηγούμενη δεκαετία, την αθωότητα και τη ξεγνοιασιά. Αποφασίζει να γράψει μία προσωπική ιστορία που να τα συμπεριλαμβάνει όλα αυτά και την τοποθετεί χρονολογικά το έτος 1962, καθώς μετά από αυτή τη χρονιά συνεβήσαν μία σειρά γεγονότων που άλλαξαν μια για πάντα την αμερικανική κοινωνία, όπως η δολοφονία του προέδρου Κένεντι (1963) και ο καταστροφικός πόλεμος του Βιετνάμ (1965-1973).   

Ο καλλιτέχνης αντλεί έμπνευση από τις προσωπικές του εμπειρίες ως νεαρός που μεγαλώνει κατά τη δεκαετία του ’60 και που συναισθάνεται τη μεταβολή που έρχεται αργά, μα σταθερά. Εστιάζει στην κουλτούρα της εποχής, που ήταν η ενασχόληση με το αυτοκίνητο και οι κόντρες ανάμεσα στους νεαρούς. Η εταιρεία παραγωγής όμως της «Universal» δεν ενέκρινε το θεματικό κέντρο βάρους. Ο Τζορτζ Λούκας ζήτησε τότε τη συνδρομή ενός φιλικού ζευγαριού σεναριογράφων, του Γουίλαρντ Χούικ και της Γκλόρια Κάτζ, οι οποίοι έγραψαν αστείους διαλόγους, έξυπνες ατάκες δίνοντας «ζωή» στον χαρακτήρα της «Λόρι». Με κάθε έναν από τους χαρακτήρες να έχουν κάτι από την προσωπικότητα του σκηνοθέτη και τις «εμπορικές» προσθήκες, το σενάριο ήταν έτοιμο.

Η εταιρεία παραγωγής ενέκρινε το πενιχρό πόσο των 770.000 δολαρίων και η παραγωγή του έργου ξεκίνησε. Ο Λούκας ήθελε να κάνει τα γυρίσματα του στο μέρος, όπου διαδραματίζεται η ιστορία του, το Μοντέστο, αλλά είχε χάσει προ πολλού την ρετρό αισθητική του. Έτσι, μετέφερε την παραγωγή του αρχικά στο Σαν Ραφαέλ, από το οποίο εκδιώχθηκε λόγω της ανησυχίας και της φασαρίας που έφερε το στήσιμο, και τελικώς στη γραφική Πεταλούμα, η οποία τον υποδέχθηκε με θέρμη. Μάλιστα, ο δημιουργός μίσθωσε όσους οδηγούς είχαν παλιά αμάξια προκειμένου να τα οδηγούν στους δρόμους κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Αυτά έγιναν ως επί το πλείστον τις βραδινές ώρες, καθώς η ιστορία εκτυλίσσεται σε μία μονάχα νύχτα, ένα πρωτότυπο σεναριακό εγχείρημα που άνοιξε τον δρόμο για πολλές ιστορίες.

Αναφορικά με την σκηνοθεσία αυτή καθ’ αυτή, ο Τζορτζ Λούκας χρησιμοποίησε τις «φθηνές» κάμερες «Techniscope 35mm» με ειδικούς φακούς, που του επέτρεπαν να κινηματογραφεί για περισσότερο χρόνο διαμορφώνοντας μία εικόνα που διατηρούσε την κινηματογραφική της υφή δίνοντας την αισθητική ενός ντοκιμαντέρ. Πράγματι, ο συνδυασμός έχει ως αποτέλεσμα οι θεατές να μεταφέρονται απευθείας στην εποχή, ενώ οι φωτισμοί των νέον να εντείνουν στο νοσταλγικό της όλης ατμόσφαιρας. Ο σκηνοθέτης δεν επιθυμεί να εντυπωσιάσει με ελιγμούς της κάμερας. Αρκείται στο να κινηματογραφεί με μία απλότητα που συμφωνεί με την εποχή, εν κινήσει, για να δώσει το στίγμα της αντίστοιχης κουλτούρας και με μία διακριτή νότα επιλόγου.

Ο ρυθμός είναι σε γενικές γραμμές καλός, ανάλογα πάντοτε ποιον χαρακτήρα ακολουθεί η πλοκή. Το κοινό βρίσκει χαρακτηριστικά με τα οποία μπορεί να ταυτιστεί, καθώς οι ήρωες αποτελούν αρχέτυπα χαρακτήρων. Το μυστικό εντούτοις βρίσκεται στην επιλογή του μουσικού θέματος, το οποίο αντικαθίσταται από μουσικά κομμάτια της εποχής. Κάθε τραγούδι εισάγει στην επόμενη σκηνή και συνθήκη και κάτι έχει να πει για τους πρωταγωνιστές της. Ο τόνος διατηρεί μία ισορροπία ανάμεσα στη ξεγνοιασιά και τον προβληματισμό, κοινωνοί αυτού οι ίδιοι οι ήρωες και ιδίως ο «Κερτ», του Ρίτσραντ Ντρέιφους. Παραμένει όμως ανάλαφρος για να μην καταλήξει σε προσωπικό δράμα.

«Στο σετ των ηθοποιών»:

Όλοι οι ερμηνευτές είναι κατά κύριο λόγο είναι πρωτοεμφανιζόμενοι, αλλά αυτό δε λειτουργεί αρνητικά για την ταινία. Αντιθέτως, ενισχύουν την πιστότητα της, αφού οι θεατές δεν είχαν δει ξανά τα πρόσωπα τους. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκουμε τον προαναφερόμενο Ρίτσαρντ Ντρέιφους ως «Κερτ». Ερμηνεύει την ενήλικη πτυχή του Τζορτζ Λούκας και δίνει με άψογο τρόπο τόσο τον ενθουσιασμό, όσο και τον σκεπτικισμό του.

Ο Ρον Χάουαρντ, που έγινε εξίσου μεγάλος σκηνοθέτης, φέρνει τον «Στήβ» και η Σίντι Γουίλιαμς αντίστοιχα την «Λόρι». Το ζευγάρι τους κρατάει τον συναισθηματικό πυρήνα του φίλμ στο κομμάτι των διαπροσωπικών σχέσεων. Έχουν καλή χημεία και λειτουργούν σαν αντικατοπτρισμός της σχέσης του δημιουργού με τη σύζυγο του, Μάρσια.

Ο Πωλ Λε Ματ ενσαρκώνει έναν χαρακτήρα, σαν τον «Χαν Σόλο» του «Πολέμου Των Άστρων» πριν αυτό γραφτεί, τον «Τζον» Είναι η «άγρια» εκδοχή ενός μαινόμενου Λούκας πίσω από το τιμόνι, που γουστάρει την ιπποδύναμη, την κίνηση, την ταχύτητα. Ο Λε Ματ δε μένει στην επιφάνεια του πράγματος, αλλά δίνει μία αλήθεια στον χαρακτήρα του, δίχως να χάνει την άνεση του. 

Ο Τσαρλς Μάρτιν Σμιθ από την άλλη είναι το ακριβώς αντίθετο ως «Τέρι». Το στάδιο του Λούκας όταν καλείται να γίνει κοινωνικός, ένας τομέας που δεν τα καταφέρνει. Ο Σμιθ δίνει με φυσικότητα αυτή την εν γένει αμηχανία.

Τέλος, στο έργο εμφανίζεται και ο Χάρισν Φόρντ, ως ανταγωνιστής και μας δείχνει σύντομα με ποιον τρόπο σκοπεύει να κατακτήσει το «Χόλιγουντ».

Cut! That’s a wrap:

Κλείνοντας, οι ιστορίες των γυρισμάτων αυτή της ταινίας δεν έχουν τελειωμό! Θα μπορούσαμε να γράψουμε και να πούμε ακόμη πολλά, ίσως τι συνέβη στα παρασκήνια, που όλοι είχαν συμφωνήσει να πειράζουν τον Ρίτσαρντ Ντρέιφους ή που Σίντι Γουίλιαμς προκαλούσε τόσο γέλιο με τα αστεία της, που το συνεργείο δεν μπορούσε να συνεχίσει το γύρισμα. Το βέβαιο είναι πως αγαπήθηκε αρκετά από το αμερικανικό κοινό, φθάνοντας τα 140 εκατομμύρια σε εισπράξεις και ανοίγοντας τον δρόμο για την παραγωγή του «Πολέμου Των Άστρων».

Θα έβαζα με ενθουσιασμό 8,6/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».


Διάρκεια: 1 ώρα και 50 λεπτά

Είδος: Κοινωνικό-Ενηλικίωσης

Σκηνοθέτης: Τζορτζ Λούκας

Πρωταγωνιστές: Ρίτσαρντ Ντρέιφους, Ρον Χάουαρντ, Σίντι Γουίλιαμς, Πωλ Λε Ματ, Τσάρλς Μάρτιν Σμιθ, Χάρισον Φόρντ

#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #Τηλεόραση #GeorgeLucas #AmericanGraffiti #SocialDrama #TeenComedy #ComingOfAge #RichardDreyfuss #RonHoward #HarrisonFord



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις