«Τα Κανόνια Του Ναβαρόνε» (1961): Το έργο που εμπνεύσθηκε από τη Μάχη Της Λέρου!

Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;

Για άλλη μία φορά, η εθνική επέτειος της 28ης Οκτωβρίου και του ηχηρού μας «Όχι» έφθασε. Κάθε χρόνο αφιερώνουμε μία σειρά άρθρων σε κινηματογραφικά έργα που αναφέρονται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρσι, μιλήσαμε για πολεμικές ταινίες από όλον τον κόσμο συμπεριλαμβανομένων της Αμερικής, της Ρωσίας, της Ελλάδας και της Γερμανίας. Φέτος, αποφασίζουμε να εξετάσουμε φίλμ που αφορούν μικρές, αλλά αποτελεσματικές ομάδες δολιοφθορέων και σαμποτέρ, που έδρασαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο λόγος λοιπόν για το έργο με τίτλο: «Τα Κανόνια Του Ναβαρόνε» (The Guns Of Navarone, 1961). Πάμε να δούμε με ποιον τρόπο, ένα ιστορικό γεγονός ενέπνευσε έναν συγγραφέα και πως αυτό το βιβλίο έφθασε στην ασημένια οθόνη.

Πλοκή;

Βρισκόμαστε σε μία βρετανική βάση στην Αίγυπτο κατά το έτος 1943, όπου καταφθάνει κακήν κακώς ο λοχαγός Κιθ Μάλορι. Ενημερώνεται από το στρατιωτικό αρχηγείο για τον εγκλωβισμό 2.000 βρετανών στρατιωτών στο ελληνικό νησί της Κέρου. Κάθε απόπειρα του βρετανικού ναυτικού να τους διασώσει, καταλήγει σε καταστροφή, εξαιτίας της ύπαρξης δύο μεγάλων κανονιών στο στρατηγικό νησί του Ναβαρόνε. Το αντικείμενο της αποστολής είναι η δολιοφθορά αυτών των κανονιών. Ο Μάλορι δέχεται με επιφύλαξη και μαζί με μία ετερόκλητη ομάδα ξεκινάει το αμφίβολης επιτυχίας ταξίδι του. Μέσα σε ένα κλίμα παγκοσμίου πολέμου, μάχης με τον χρόνο, αμφιβολίας ηθικής και πατριωτικού αισθήματος, μία χούφτα ανδρών και γυναικών θα προκαλέσουν το απόλυτο χτύπημα στο κύρος του Άξονα.

«Στην καρέκλα του σκηνοθέτη»:

Αρχικά, όπως προαναφέραμε και στην εισαγωγή, η αρχική ιδέα ανήκει σε ιστορικό γεγονός και τη «Μάχη της Λέρου» (1943). Σύμφωνα με τις πηγές, το ελληνικό αυτό νησί, που βρισκόταν τότε υπό ιταλική κατοχή, όπως τα Δωδεκάνησα στο σύνολο τους, έγινε βάση των συμμαχικών στρατευμάτων μετά την αλλαγή στρατοπέδου για την Ιταλία. Οι Γερμανοί ως αντίποινα βομβάρδισαν το νησί και αποβίβασαν στρατό. Οι βρετανοί δεν κατάφεραν να επιχειρήσουν ξανά στο Αιγαίο, παρά μόνο στο τέλος του πολέμου, όταν και συνθηκολόγησαν οι δύο πλευρές.

Ο σκωτσέζος συγγραφέας Άλιστερ Μακλίν βασίστηκε σε αυτό το σκηνικό, για να προχωρήσει στη μυθοπλασία των «Κανονιών του Ναβαρόνε» (1957), όπου το νησί της Λέρου γίνεται «Ναβαρόνε». Το βιβλίο έκανε μεγάλη επιτυχία και προξένησε το ενδιαφέρον του παραγωγού και σεναριογράφου Καρλ Φόρμαν, ο οποίος αγόρασε τα δικαιώματα και εξασφάλισε τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη. Μάλιστα, ο Φόρμαν προέβη σε αλλαγές, όπως η προσθήκη γυναικείων χαρακτήρων, αλλά και ηθικών συγκρούσεων ανάμεσα στους πρωταγωνιστές.

Η επιλογή του σκηνοθέτη αποδείχθηκε δύσκολη υπόθεση, καθώς η πρόσληψη του Αλεξάντερ Μακέντρικ κατέληξε σε φιάσκο, λόγω δημιουργικών διαφορών. Μία εβδομάδα πριν αρχίσουν τα γυρίσματα, ο Μακέντρικ απολύθηκε και τη θέση του κάλυψε ο τότε άσημος Τζέι Λι Τόμσον, ο οποίος έφερε μία αυθεντικότητα στο σύνολο της κινηματογραφικής διαδικασίας. Αρχικά, μετέφερε ως έναν βαθμό την παραγωγή του στο μέρος που διαδραματίζεται η ιστορία, δηλαδή στην Ελλάδα. Το νησί της Ρόδου έγινε η βάση των γυρισμάτων, με τα αρχαία ερείπια της Λίνδου και τα μεσαιωνικά κάστρα να ξεχωρίζουν οπτικά την εν λόγω ταινία από τις υπόλοιπες.

Αναφορικά με τη σκηνοθεσία αυτή καθ΄ αυτή, ο δημιουργός ακολουθεί κατά γράμμα το σενάριο που έχει στα χέρια του. Δεν κινηματογραφεί στιγμές, αλλά σκηνές, οι οποίες έχουν αρχή, μέση και τέλος, και παίρνουν τον χρόνο τους για να αναπτυχθούν. Μπορεί να ακούγεται κοινότυπο, αλλά η μέθοδος της προετοιμασίας της κρίσης επί οθόνης έχει απεμποληθεί στο σύγχρονο κινηματογράφο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ο ρυθμός να είναι αργός, αλλά αυτό δε μειώνει τη συνολική επική εμπειρία, λόγω της ένταση των μεμονωμένων σεκάνς. Στο τέλος, παρατηρείται μία βιασύνη σχετικά με την πορεία των μελών της ομάδας, η οποία δημιουργεί παραφωνία στη γενική ροή.

Ακόμα, ο Τόμσον γνωρίζει, ότι κάποια σκηνικά ή ακόμα και ολόκληρες σκηνές δε γίνεται να αναπαρασταθούν σε φυσική κλίμακα με τα μέσα που διαθέτει, τα οποία ήταν υπερ αρκετά για την εποχή. Αρκεί να δούμε, ότι το ελληνικό πολεμικό ναυτικό προχώρησε στο δανεισμό του πλοίου «Αετός», το οποίο υπέστη μεγάλες ζημιές στην αντίστοιχη σεκάνς της ανατίναξης της γερμανικής περιπόλου. Έτσι, χρησιμοποιεί τόσο μινιατούρες, όσο και σχεδιασμένα πάνελ για τα μακρινά του πλάνα. Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως το εσωτερικό της αίθουσας των κανονιών είναι αποτέλεσμα σκηνοθετικού ελιγμού. Αντιθέτως, ήταν το μεγαλύτερο σετ της εποχής!

«Στο σετ των ηθοποιών»:

Ο σκηνοθέτης σε συμφωνία με τον σεναριογράφο του προβαίνουν σε μία ιστορική έκπτωση όσον αφορά την απεικόνιση των χαρακτήρων. Αν και η ιστορία που έχουν στα χέρια τους είναι καθαρή μυθοπλασία, οι δολιοφθορείς είθισται να είναι νέοι, καθώς αυτές οι αποστολές είναι οι λεγόμενες «αυτοκτονίας». Τόμσον και Φόρμαν όμως επέλεξαν βετεράνους ηθοποιούς της βιομηχανίας, για να επικοινωνήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την αμφιβολία, την ανηθικότητα του πολέμου, τον κίνδυνο της αποτυχίας.

Για αυτό τον λόγο στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκουμε τον «ατσάλινο» Γκρέγκορι Πεκ ως «Κιθ Μάλορι». Ο ερμηνευτής είναι γνωστός κινηματογραφικός στυλοβάτης, η κάμερα τον αποθεώνει απεικονίζοντας με άνεση την αρρενωπότητα του. Σε σχέση με τους συμπρωταγωνιστές του, δεν κερδίζει ερμηνευτικά τις εκάστοτε σεκάνς, αλλά είναι το κλασικό αμερικανικό αρχέτυπο του ήρωα και οι θεατές ακολουθούν το εκτόπισμα του δίχως περαιτέρω ερωτήσεις.

Συμπρωταγωνιστής του είναι ο αποκαλούμενος (κυρίως από εμάς) «άρχοντας της αμεσότητας» Άντονι Κουίν ως «συνταγματάρχης Ανδρέας Σταύρου». Ο ηθοποιός ανήκει στην σπάνια κατηγορία των ερμηνευτών που δε δέχτηκε να παραδώσει ποτέ στην καριέρα του μέτρια ή ακόμα και κακή ερμηνεία. Ο κανόνας δεν αλλάζει τώρα, με τον Κουίν να επαναλαμβάνει τον θρίαμβο του. Καταφέρνει να αναπαραστήσει τον Κρητικό στρατιωτικό, με τρόπο που είναι περασμένος στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, γεγονός που θα του προσφέρει τον ρόλο του «Αλέξη Ζορμπά» λίγα χρόνια αργότερα στο ομώνυμο φίλμ του Μιχάλη Κακογιάννη.

Τρίτος στην πρωταγωνιστική μας τριανδρία έρχεται ο Ντέιβιντ Νίβεν ως «δεκανέας Άντονι Μίλερ». Επάνω στον χαρακτήρα του στηρίζεται το ηθικό δράμα του έργου, με τον ερμηνευτή, προερχόμενο από το βασιλικό θέατρο της Βρετανίας, να το μεταφέρει υποδειγματικά. Ακούμε συχνά για τη στόφα των παλιών ηθοποιών, με το ιδανικότερο παράδειγμα να είναι η ερμηνεία του Νίβεν. Ξεσπάει, δίχως ένταση και υπερβολή. Σπάει, δίχως δράμα και κλάμα. Ο σκηνοθέτης εμπιστεύεται τις ικανότητες του σε τέτοιο βαθμό, που δε χρησιμοποιεί μήτε την κάμερα, μήτε τη μουσική για να τον υποστηρίξει, και αυτό λέει πολλά.

Στο ερμηνευτικό σύνολο έρχεται να προστεθεί η μία και μοναδική Ειρήνη Παπά ως «Μαρία Παπαδήμου». Δεν υπάρχουν λόγια για να μιλήσει κανείς για την ηθοποιό. Το βλέμμα της; Μαγνητίζει το κοινό, δίχως λόγια. Το πάθος της; Οι συνάδελφοι της δεν μπορούσαν ποτέ να το φθάσουν. Στο χαρακτήρα της Ειρήνης Παπά εντυπώνεται το πρόσωπο της Ελλάδας, η οποία απέδειξε την αξία της, όταν χρειάστηκε, και υπομένει τα δεινά της πολεμώντας κόντρα στην ηττοπαθή λογική.

Cut! It’s a wrap:

Κλείνοντας, το φίλμ «Τα Κανόνια Του Ναβαρόνε» είναι η τελειοποίηση της φόρμας αυτής της υποκατηγορίας του είδους πολεμικών έργων. Προτάθηκε για βραβείο όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, μοντάζ, αλλά απέσπασε εκείνο των πρακτικών εφέ. Κατά τα γυρίσματα στην Ρόδο, η βασιλική οικογένεια της Ελλάδας επισκέφθηκε το σετ, ενώ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ως επίτιμος καλεσμένος, βρέθηκε μαζί με τους ηθοποιούς την Κυριακή του Πάσχα στο μεγάλο τραπέζι που στήθηκε στο νησί.

Θα έβαζα με μαχητική διάθεση 8,4/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».


Διάρκεια: 2 ώρες και 38 λεπτά

Είδος: Πολεμική

Σκηνοθέτης: Τζέι Λι Τόμσον

Πρωταγωνιστές: Γκρέγκορι Πεκ, Άντονι Κουίν, Ντέιβιντ Νίβεν, Ειρήνη Παπά, Άντονι Κουέιλ

#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #Τηλεόραση #JLeeThompson #TheGunsOfNavarone #War #Drama #GregoryPeck #AntonyQuinn #DavidNiven #ΕιρήνηΠαπά



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις