«Και Οι 12 Ήταν Καθάρματα» (1967): Το Πολεμικό είδος γίνεται Αντιπολεμικό!
Έχουμε χρόνο για εισαγωγή;
Το εγκιβωτισμένο μας αφιέρωμα στα πολεμικά κινηματογραφικά έργα και δε εκείνα που απεικονίζουν μονάδες δολιοφθοράς και σαμποτάζ συνεχίζεται. Ο λόγος λοιπόν για το «απείθαρχο αριστούργημα» με τίτλο: «Και οι 12 ήταν καθάρματα» (The Dirty Dozen, 1967). Πάμε να δούμε με ποιόν τρόπο μεταφέρθηκε η ιστορία των πιο απείθαρχων στρατιωτών!
Πλοκή;
Βρισκόμαστε
σε στρατιωτικές φυλακές στην Αγγλία στα μέσα του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Ο
ταγματάρχης Ράισμαν διατάζεται από το αρχηγείο να αναλάβει μία αποστολή
αυτοκτονίας στο εχθρικό έδαφος της Γαλλίας πριν από τη μεγάλη επιχείρηση
«D-Day». Η ομάδα του δε θα απαρτίζεται από εκπαιδευμένους κομάντο, αλλά από
βαρυποινίτες του στρατού. Ο Ράισμαν καλείται να εκπαιδεύσει και να οργανώσει
αυτούς τους απείθαρχους άνδρες με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Μέσα σε ένα
κλίμα αντίδρασης, ανυπακοής, ομαδοποίησης και συμφιλίωσης, ο Ράισμαν και 12
ηρωικά καθάρματα θα ριχτούν πίσω από τις γραμμές του εχθρού, για να κάνουν τη
βρώμικη δουλειά του πολέμου.
«Στην
καρέκλα του σκηνοθέτη»:
Η
κεντρική ιδέα πίσω από το σενάριο ανήκει στα γεγονότα της ίδιας της ζωής, μόνο
που ο συγγραφέας Έρουιν Νάθανσον έλαβε ορισμένες ελευθερίες κατά τη μεταφορά
της στο βιβλίο του. Αυτές οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε φήμες που ήθελαν τη
μονάδα κρούσης να είναι πρώην κατάδικοι. Στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν
βαρυποινίτες που τους δινόταν μία δεύτερη ευκαιρία, αλλά σκληροτράχηλοι
στρατιώτες της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας, οι οποίοι αρνούνταν να
ξυριστούν, να πλυθούν, ενώ έβαφαν τα πρόσωπα τους με ινδιάνικα χαρακτηριστικά
χρώματα. Αυτός ήταν και ο λόγος που ονομάστηκαν «Filthy Thirteen».
Η
ανάληψη του δημιουργικού ρόλου ευθύνης γίνεται από τον καλλιτέχνη Ρόμπερτ
Όλντριτς, έναν πρωτεργάτη σκηνοθέτη που απομακρύνθηκε από τη λάμψη του
Χόλυγουντ και απέδωσε τα καθέκαστα με ρεαλισμό και ωμότητα. Μέσα από την εν
λόγω ταινία, έδωσε μία νέα κατεύθυνση στην ηρωική υποκατηγορία πολεμικών έργων,
δεδομένου του αμερικανικού πολέμου στο Βιετνάμ. Αρκετοί ακολούθησαν το
δημιουργικό του διάβημα, όπως ο σύγχρονος του Σαμ Πέκινπα, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ
και ο μεταγενέστερος Κουέντιν Ταραντίνο. Ο καλλιτέχνης έδωσε άλλη σημασία στην
προετοιμασία της αποστολής, αφιερώνοντας κάτι παραπάνω από τα 2/3 σε αυτή.
Με
αυτό τον τρόπο καταφέρνει να αναπτύξει μία σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους
θεατές και τους χαρακτήρες του, καθώς οι πρώτοι είναι σε θέση να δούνε όλη την
εξέλιξη των δεύτερων. Η κάμερα του δεν είναι εξαιρετικά δραστήρια σε αυτό το
κομμάτι, αν και τα κάδρα του παρουσιάζονται γεμάτα. Πράγματα και σκηνές
συμβαίνουν στην οθόνη που δε θα έπρεπε να ενδιαφέρουν το κοινό, αλλά με έναν
μαγικό τρόπο καταφέρνουν να κρατήσουν το ενδιαφέρον και να το εντείνουν κατά
την πρόοδο τους. Κάθε μικρή νίκη των ηρώων είναι και επιτυχία των θεατών. Τα
δεδομένα αλλάζουν όμως στο τρίτο μέρος, όπου δεν υπάρχει χώρος για αστεία και
συμπάθειες.
Ο
ρυθμός παρουσιάζει μία σταδιακή αυξομείωση και μεταβάλλεται κλιμακωτά στο τρίτο
μέρος. Οι χαρακτήρες είναι οι κοινωνοί του και οι ερμηνείες του ενισχύουν τη
ροή του. Ο τόνος από την άλλη ισορροπεί ανάμεσα στη σοβαρότητα και την
στιγμιαία ανάλαφρη διάθεση. Πετυχαίνει πάλι, μέσω των ερμηνειών να ελαφρύνει τη
θεματική, στην οποία οι ήρωες έχουν να επιλέξουν μεταξύ θανάτου δια ποινής ή
θανάτου στη μάχη.
«Στο
σετ των ηθοποιών»:
Πρωταγωνιστής
του έργου είναι ο «στρατηγός» Μάρβιν Λι στον ρόλο του «Ταγματάρχη Ράισμαν». Ο
ερμηνευτής φέρνει στο σετ την στρατιωτική του εμπειρία, που αποκόμισε μέσα από
τη θητεία του στα νησιά του ειρηνικού εναντίον των δυνάμεων της αυτοκρατορικής
Ιαπωνίας. Διατηρεί τις ισορροπίες και αναδεικνύει το υποκριτικό του εύρος ήδη
από την αρχή, που παίρνει μεμονωμένα και σύντομα συνεντεύξεις από τους
κατάδικους. Είναι αυστηρός και συνάμα ειρωνικός, σοβαρός και χαλαρός.
Ενσαρκώνει όλες εκείνες τις αρετές ενός ηγέτη, και το κοινό τον λατρεύει για
αυτό.
Η
θέση του συμπρωταγωνιστή καλύπτεται από δύο ηθοποιούς, τον Τσάρλς Μπρόνσον ως
«Βλάντισλαβ» και τον δικό μας Τζον Κασσαβέτη ως «Φράνκο». Ο πρώτος, αν και δεν
ήταν ευρέως γνωστός στους θεατές, δίνει έναν ήρωα που ξεχωρίζει από το πρώτο
εικονιζόμενο καρέ. Ο φακός τον λατρεύει, με τον Μπρόνσον να κάνει τρόπον τινά
το δοκιμαστικό του για κάθε πρωταγωνιστικό ρόλο της εποχής που θα ακολουθήσει.
Ο
δεύτερος, αν και αρχικά δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει στο πρότζεκτ και δέχτηκε
τον ρόλο αποκλειστικά για να χρηματοδοτήσει τις ανεξάρτητες του ταινίες,
κατάφερε να προσφέρει μία ερμηνεία καριέρας. Ο ηθοποιός μεταφέρει μία καρικατούρα
ιταλοαμερικάνου με νεύρο, πάθος και με τρόπο που δεν είχε μεταφερθεί ξανά. Αναμφίβολα,
ερμηνευτές όπως Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο μελέτησα την προσέγγιση του
Κασσαβέτη κατά το πέρας της καριέρας τους. Η ερμηνεία του προτάθηκε για βραβείο
όσκαρ καλύτερου ηθοποιού σε βοηθητικό ρόλο.
Η
δυναμική τριάδα πλαισιώνεται από ένα δυναμικό ερμηνευτικό σύνολο, με τέσσερις ερμηνευτές να ξεχωρίζουν. Ο πρώτος είναι ο δεύτερος Έλληνας ομογενής που έλαβε
μέρος στην παραγωγή, και αυτός δεν είναι άλλος από τον Τέλη Σαβάλα ως «Μάγκοτ».
Ο χαρακτήρας του είναι ο επίσημος ανταγωνιστής της ομάδας, αν και αποτελεί
κομμάτι αυτής. Ο ρόλος του προσφέρθηκε αρχικά στον Τζακ Πάλανς, έναν κλασικό «κακό»
του κινηματογράφου, αλλά αρνήθηκε λόγω της διαστροφής του ήρωα, που συνδυάζει
το θρησκόληπτο προφίλ με τον ακραίο μισογυνισμό. Ο ηθοποιός ξύρισε το κεφάλι
του, για να δώσει οπτικά τη διαταραχή του και διατήρησε ένα άβολο χαμόγελο στα
μάτια του.
Στο
φίλμ συναντάμε και τον Ντόναλντ Σάδερλαντ σε έναν μικρό ρόλο ως «Βέρνον», έναν
οπλίτη που δεν είναι εξαιρετικά εύστροφος. Ο ερμηνευτής έχει το ελεύθερο από τον
Όλντριτς να προβεί σε αυτοσχεδιασμούς, κάτι που κάνει άψογα. Το ειρωνικό
χαμόγελο του, το οποίο όμως είναι συνέπεια της ανοησίας του, είναι ακριβώς αυτό
που χρειάζεται ο χαρακτήρας του για να είναι αξιομνημόνευτος.
Τέλος,
σε τρίτους ρόλους συναντάμε τους Έρνεστ Μπόργκιν και Τζορτ Κένεντι, οι οποίοι
ισορροπούν ανάμεσα στο σοβαρό και το ανάλαφρο της ατμόσφαιρας, ενισχύοντας πότε
το ένα, πότε το άλλο.
Cut! It’s a wrap:
Κλείνοντας, το έργο «Και οι 12 ήταν καθάρματα» ανέδειξε ένα νέο πρόσωπο στο άλλοτε στυλιζαρισμένο πολεμικό είδος του Χόλυγουντ. Ο πόλεμος έπαψε να είναι πεδίο ηρωισμού, με τους αντίστοιχους «ήρωες» να γίνονται χειρότεροι από αυτούς που αντιμετωπίζουν. Πράγματι, ο πόλεμος αλλοτριώνει και ελάχιστοι εξέρχονται σωματικά και πνευματικά αλώβητοι από αυτόν. Η ταινία ασχολείται με αυτά τα ζητήματα, μία εποχή που ο πόλεμος δεν ήταν ιστορία, αλλά πραγματικότητα. Επηρέασε καλλιτέχνες όλων των ιδιοτήτων, αφού η καριέρα όσων συμμετείχαν εκτοξεύθηκε, ενώ όσοι την παρακολούθησαν, θέλησαν να την αναπαράγουν.
Θα έβαζα με διάθεση για στρατιωτική άσκηση 8,2/10 σε κλίμακα μέτρησης «αυτά μου αρέσουν».
Διάρκεια: 2 ώρες και 30 λεπτά
Είδος: Πολεμική-Αντιπολεμική
Σκηνοθέτης: Ρόμπερτ Όλντριτς
Πρωταγωνιστές: Λι Μάρβιν, Τσαρλς Μπρόνσον, Τζον Κασσαβέτης, Τέλης Σαβάλας, Ντόναλντ Σάδερλαντ, Έρνεστ Μπόργκιν, Τζορτζ Κένεντι
#ΓιώργοςΤοκμακίδης #GiorgosTokmakidis #Blog #ΣυγγραφείςΤηςΨηφιακήςΤραπέζης #WritersOfTheDigitalRoundtable #Writehood #Άποψη #Κριτική #Κινηματογράφος #Θέατρο #Τηλεόραση #RobertAldrich #TheDirtyDozen #War #AntiWar #Drama #LeeMarvin #CharlesBronson #JohnCassavetes #TellySavalas #DonaldSutherland














Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Επ, μη ξεχνάς να σχολιάσειςςς